Romance and Urban Fantasy Lit

  • Kelley Armstrong, J.R.Ward, Charlaine Harris, L.J. Smith, Kresley Cole, Gena Showalter

What is this place?

Έχω αλλάξει πολλές γνώμες για αυτό το χώρο και όχι άδικα. Η συγγραφή είναι δύσκολη και επίπονη δουλειά, απαιτεί πολύ γράψε-σβήσε…Η ιστορία που ξεκίνησα πριν κάποιους μήνες παίρνει λοιπόν καινούργια μορφή, επιδιώκει να γίνει καλύτερη –αλλά όχι τέλεια- οπότε τα σχόλια σας δεν θα είναι μόνο χρήσιμα, αλλά και απαραίτητα.

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Κεφάλαιο 15ο Το Φιλί

Η Στεφανία περίμενε να πέσει απόλυτη σιωπή στο σπίτι για να βγει από το δωμάτιο  της. Πριν καληνυχτίσει την Σαλίνα είχε καταφέρει να την ρωτήσει που ακριβώς βρίσκετε το σπίτι του Άρβιν. Το βλέμμα της Σαλίνα την είχε προειδοποιήσει να μείνει μακριά του, μα με λίγη πίεση από την πλευράς της, έκανε τη Σαλίνα να της εξηγήσει τελικά που μπορούσε να τον βρει. Καθόλου δύσκολη αποστολή, μια και το σπίτι του ήταν μόνο μερικά μέτρα από αυτό του Κάϊλ.
    Η Στεφανία γλίστρησε σιωπηλά μέσα στην νύχτα και στάθηκε έξω από την αγροικία που της είχε υποδείξει η Σαλίνα. Άνοιξε τη βαριά ξύλινη πόρτα της, δίχως καν να μπει στο κόπο να χτυπήσει. Κάθε έννοια πολιτισμένης ανθρώπινης συμπεριφοράς την είχε ήδη εγκαταλείψει εδώ και ώρα. Δικαίωμα μου! Δεν είμαι καν άνθρωπος σκέφτηκε θυμωμένα και προχώρησε στο εσωτερικό του σπιτιού. Μια γλυκιά μυρωδιά κακάου και εξωτικών μυρωδικών χτύπησε τη μύτη της. Έκλεισε τα μάτια της και μπροστά της ήρθε ξαφνικά η εικόνα του Άρβιν. Είμαι στο σωστό σπίτι συλλογίστηκε καθώς ένα μειδίαμα εμφανίστηκε στα χείλη της. Προχώρησε αποφασιστικά στο κεντρικό δωμάτιο.
Ο χώρος ήταν λιτός, γεμάτος αναμμένα κεριά γύρω από το τζάκι και δύο κυκλικούς καναπέδες που στεκόταν άδειοι μπροστά του. Η Στεφανία προχώρησε αργά μέχρι το κέντρο του δωματίου. Στα αριστερά της τα ψηλά παράθυρα δεν είχαν καν κουρτίνες και το φως από το φεγγάρι έριχνε το ασημί του χρώμα πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Στα αριστερά της ο τοίχος ήταν γεμάτος ράφια φορτωμένα με βιβλία. Η περιέργεια της να δει τους τίτλους τη συνεπήρε στιγμιαία και ξέχασε το λόγο της μεταμεσονύχτιας επίσκεψης της. Πλησίασε συνωμοτικά τα ράφια και τεντώθηκε για να διαβάσει τα γράμματα στα εξώφυλλα των βιβλίων. Η πρώτη σειρά ήταν γεμάτη με βιβλία για μύθους απ' όλο τον κόσμο. Η δεύτερη είχε βιβλία με τη λέξη «βρικόλακες» να επαναλαμβάνετε σε κάθε τίτλο. Καθώς έσκυψε να διαβάσει τους τίτλους στην τρίτη σειρά μια αντρική φωνή την έκανε να αναπηδήσει τρομαγμένη.
«Βρε, βρε, τι έχουμε  εδώ;». Το σώμα της έκανε στροφή 180 μοιρών. Μπροστά της τώρα στεκόταν ένας νέος άντρας, με μακριά, μαύρα μαλλιά και παιδικό χαμόγελο. Παρά την επιβλητική του παρουσία, δεν της φάνηκε διόλου επικίνδυνος.
«Με λένε Άλμπερτ και εσύ πρέπει να είσαι η Στεφανία, σωστά;» τη ρώτησε και το χαμόγελο του έγινε ακόμη πιο πλατύ και πονηρό. Αν και δεν της άρεσε να γίνεται αγενής, ένιωσε ότι δεν ήταν η ώρα για συστάσεις.
«Ψάχνω τον Άρβιν» του απάντησε κοφτά.
«Δε νομίζω πως σε περιμένει» της απάντησε ο Άλμπερτ και το πονηρό χαμόγελο δεν άφησε στιγμή τα χείλη του.
«Πού είναι; Θέλω να τον δω τώρα» απάντησε ανυπόμονα πλέον η Στεφανία.
«Δέχεται μόνο με ραντεβού και όπως σου είπα δεν νομίζω να σε περίμενε απόψε» της είπε ο Άλμπερτ, επιχειρώντας ανεπιτυχώς να ελαφρύνει την ένταση που διέκρινε στο πρόσωπο της.
«Πού είναι;» επέμεινε η Στεφανία και ο θυμός της άρχισε να μεγαλώνει.
«Ξεκουράζεται» της απάντησε με σοβαρό πλέον ύφος ο Άλμπερτ.
«Ξύπνησε τον!» τον διέταξε η Στεφανία.
«Δε μπορώ να το κάνω αυτό, λυπάμαι» ανταπάντησε αστραπιαία ο Άλμπερτ.
«Τότε θα το κάνω εγώ» του είπε και τον έσπρωξε για να περάσει.

«Άφησε την να περάσει Άλμπερτ» ακούστηκε ξαφνικά η ήρεμη φωνή του Άρβιν από την άκρη του δωματίου και η μορφή του εμφανίστηκε μπροστά της.

Η Στεφανία μόλις τον κοίταξε έχασε στιγμιαία τα λόγια της. Ήταν ημίγυμνος. Φορούσε μόνο ένα σκούρο, φαρδύ υφασμάτινο παντελόνι. Είχε καταλάβει πως το σώμα του ήταν καλοφτιαγμένο, μα η φαντασία της τον είχε πραγματικά αδικήσει. Το δέρμα του έδειχνε ακόμη πιο μελαψό στο ημίφως των κεριών. Το πρόσωπο του το ίδιο απίστευτα όμορφο στις σκιές που δημιουργούσαν οι φλόγες τους. Τα μάτια του έδειχναν πιο φωτεινά. Το πράσινο μέσα τους ακόμη πιο βαθύ απ' ότι έδειχνε στο φως του ήλιου. Το σώμα του δεν είχε ίχνος λίπους. Μόνον σκληροί, καλοσχηματισμένοι μυείς πλαισίωναν το στέρνο του και τον έκαναν να δείχνει ακόμη πιο μεγαλόσωμο απ' ότι τον θυμόταν. Οι έντονες γραμμώσεις της επίπεδης κοιλιάς του έφταναν μέχρι χαμηλά και αναμειγνυόταν περίεργα με ένα τατουάζ που η Στεφανία δεν μπορούσε να διακρίνει το σχήμα του.
«Καλύτερα να σας αφήσω μόνους σας λοιπόν» είπε ο Άλμπερτ, ανήμπορος να κρύψει την ικανοποίηση του για το αποσβολωμένο ύφος που είχε η Στεφανία.
«Δε θα πας πουθενά Άλμπερτ» τον πρόσταξε ο Άρβιν. Ο τρόπος με τον οποίο τον κοιτούσε η Στεφανία είχε κάνει τους παλμούς της καρδιάς του να επιταχυνθούν. Δεν εμπιστευόταν με τίποτα τον εαυτό του να μείνει μόνος του μαζί της. Ο Άλμπερτ του έριξε το «είσαι τρελός;» βλέμμα του και κάθισε απογοητευμένος στον καναπέ.
«Γιατί είσαι εδώ Στεφανία;» τη ρώτησε όσο πιο αυστηρά μπορούσε ο Άρβιν.
«Γιατί μου είπες ψέματα» του απάντησε εκείνη και το ύφος της ξαναβρήκε την αποφασιστικότητα και το θυμό που είχε πριν.
«Δε σου είπα πότε ψέματα» της απάντησε ήρεμα εκείνος.
«Σωστά. Απλά αμέλησες να μου πεις την αλήθεια» του ανταπάντησε.
«Και ποια είναι αυτή, Στεφανία; Για ποια αλήθεια μιλάς;» τη ρώτησε και προχώρησε αργά προς το μέρος της.
«Ώστε ο πατέρας μου ήταν σπουδαίος άνθρωπος, σωστά; Σπουδαίος και καθόλου συνηθισμένος, μια και όλοι αμελήσατε να μου πείτε πως πέρα από σπουδαίος άνθρωπος ήταν και ένα τέρας! Από αυτά που υπάρχουν μόνο στα παραμύθια!» φώναξε εξοργισμένη.
Το ύφος του Άρβιν έπαψε να είναι ήρεμο. Την πλησίασε με γρήγορα βήματα και στάθηκε τώρα σε απόσταση αναπνοής μπροστά της.
«Αν ο πατέρας σου ήταν τέρας όπως λες, τότε τι νομίζεις πως είσαι εσύ Στεφανία;» της είπε οργισμένα.
«Η κατάρα που μου κληροδότησε δεν σημαίνει πως θα υλοποιηθεί» του απάντησε θυμωμένα.
«Η κατάρα, ε; Συνέχισε να παραμυθιάζεις τον εαυτό σου αν αυτό σε κάνει να νιώθεις καλύτερα», της απάντησε ειρωνικά ο Άρβιν.
«Πώς είσαι τόσο σίγουρος για το τι θα συμβεί; Πώς είσαι τόσο αναθεματισμένα σίγουρος για το τι είμαι; Πες μου!» του φώναξε πάλι οργισμένα η Στεφανία.
«Γιατί το μυρίζω, Στεφανία. Πίστεψε με! ξέρω να ξεχωρίζω τη μυρωδιά των θηλυκών που ανήκουν στην ίδια αγέλη με την δική μου» της απάντησε το ίδιο οργισμένα με εκείνη.

Η Στεφανία έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. Παρά την κουβέντα που είχε πριν λίγο με τον Κάϊλ, πάρα τα όσο είδε με τα ίδια της τα μάτια, δεν πίστευε απόλυτα ότι αυτό που της συνέβαινε ήταν αλήθεια. Δεν ήθελε να το πιστέψει. Απλά δεν ήθελε. Δυστυχώς όμως, έπρεπε. Κατέβασε το κεφάλι της ηττημένη. Ηττημένη σε μια μάχη που τόσες ώρες τώρα έδινε με τον ίδιο της τον εαυτό, με τα όσα πίστευε όλα αυτά τα χρόνια. Η απελπισία και η σύγχυση που εξέπεμπε έκαναν τον θυμό του Άρβιν να εξανεμιστεί αστραπιαία. Με την άκρη του ματιού του έγνεψε στον Άλμπερτ να τους αφήσει μόνους. Εκείνος, τον υπάκουσε με μεγάλη προθυμία.
«Δεν είναι κατάρα Στεφανία, μη το βλέπεις έτσι» της είπε όσο πιο καθησυχαστικά μπορούσε, όταν μείνανε δυο τους.
Η Στεφανία σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε. Χιλιάδες ερωτήσεις πλημμύρησαν το μυαλό της, μα μόνο μία έμεινε μαζί της.
«Εκείνο το πρώτο βράδυ που με είδες, με ακολούθησες στο πάρκο, σωστά; Ή μήπως το ονειρεύτηκα και αυτό;» τον ρώτησε και το βλέμμα της εξέτασε το πρόσωπο του για άλλη μια φορά.
«Όχι, δεν ήταν όνειρο» της απάντησε απρόθυμα.
«Ήξερες ποια είμαι; Τι είμαι;» τον ρώτησε πιο αποφασίστηκα αυτή τη φορά, κοιτώντας τον στα μάτια.
«Ήξερα» της απάντησε ακόμη πιο απρόθυμα αυτή τη φορά. Κατέβασε το κεφάλι. Δεν άντεχε τη δύναμη του βλέμματος της.
Η Στεφανία προσπάθησε να διαβάσει την έκφραση του, μα τα μάτια του ήταν τώρα χαμηλωμένα στο πάτωμα. «Γιατί το έκανες Άρβιν; Γιατί με φίλησες;» τον ρώτησε επίμονα και έψαξε το βλέμμα του.
Την φοβόταν αυτή την ερώτηση ο Άρβιν. Για την ακρίβεια δεν την φοβόταν.. την έτρεμε! Ήξερε βέβαια πως κάποια στιγμή θα την έβρισκε μπροστά του, μα δεν περίμενε τόσο σύντομα. Στη δική του ζωή, στο δικό του μυαλό, τα συναισθήματα δεν έμπαιναν σε λέξεις και προτάσεις. Στο δικό του κόσμο τα συναισθήματα γινόταν απλά πράξεις. Τα πράγματα ήταν απλά για εκείνον. Ο πιο δυνατός από τους υποψηφίους κέρδιζε το θηλυκό, του οποίου η γνώμη δεν είχε και ιδιαίτερη βαρύτητα στην όλη διαδικασία. Στο δικό της, όμως, κόσμο κάτι τέτοιο ήταν απλά ανήκουστο. Σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε ψυχρά.
«Ρώτα με κάτι άλλο. Όχι αυτό» της απάντησε και έπειτα γύρισε την πλάτη του και κατευθύνθηκε προς το τζάκι.
«Δεν έχω κάτι άλλο να σε ρωτήσω» του απάντησε το ίδιο ψυχρά η Στεφανία.
«Τότε είναι ώρα να πας για ύπνο» της είπε δίχως να την κοιτάξει.
«Όχι, πριν πάρω μια απάντηση στην ερώτηση μου» του απάντησε αποφασιστικά.
Ανάθεμα! σκέφτηκε ο Άρβιν, καθώς τα μάτια του παρέμειναν κολλημένα στις πυρόξανθες φλόγες που έγλυφαν ζεστά τις εσωτερικές επιφάνειες του τζακιού. Η επιμονή της είχε αρχίσει να τον επηρεάζει με άσχημο τρόπο. Να τον πιέζει να εκφράσει πράγματα που ποτέ δεν είχε χρειαστεί να εξηγήσει ξανά.
«Δε θέλεις να ακούσεις αυτά που έχω να πω, πίστεψε με. Πήγαινε για ύπνο Στεφανία. Υπάκουσε με σε αυτό που σου λέω» της απάντησε με το γνωστό αποστασιοποιημένο τρόπο του.
   Η απροθυμία του να απαντήσει την εξόργισε. Η ψυχρότητα στη φωνή του την ώθησε να παίξει και το τελευταίο της χαρτί. «Να σε υπακούσω; Αν όσα λένε είναι αλήθεια, τότε Άρβιν, εσύ θα πρέπει να υπακούσεις εμένα» του απάντησε η Στεφανία επιτακτικά.
  Στο άκουσμα και μόνο της απάντησης της, τα μάτια του Άρβιν άνοιξαν διάπλατα. Τα χέρια του σφίχτηκαν σε γροθιές. Ένα δυσάρεστο τρέμουλο διαπέρασε το κορμί του. Δεν μπορούσε να αντικρούσει την αλήθεια των λόγων της. Έκανε το αμέσως επόμενο πράγμα που τον πρόσταξε το ένστικτό του. Με μια αστραπιαία κίνηση βρέθηκε μπροστά της και τα δάχτυλα του χεριού του γράπωσαν δυνατά τον λαιμό της.
«Δεν έχω κανένα σεβασμό για την εξουσία σου» της είπε απειλητικά και η φωνή του ακούστηκε σαν γρύλισμα ζώου.
Αν και η Στεφανία δυσκολευόταν να αναπνεύσει, παρόλα αυτά δεν άφησε τον πανικό να την καταβάλει. Έβαλε τα δύο της χέρια στο μπράτσο του, συγκέντρωσε όλη τη δύναμη της και με μια απότομη κίνηση έσπρωξε το χέρι του μακριά από το λαιμό της. Η επιτυχία του εγχειρήματος της την γέμισε με αυτοπεποίθηση.
«Κανένα σεβασμό, έτσι; Θα το δούμε αυτό» του απάντησε και τα μάτια της έλαμψαν απειλητικά στο ημίφως.
    Η Στεφανία κατευθύνθηκε με γρήγορα βήματα προς την εξώπορτα, όμως την πρόλαβε. Την τράβηξε με δύναμη από το μπράτσο και βρέθηκαν για ακόμη μια φορά πρόσωπο με πρόσωπο. Η αναπνοή του είχε τη δροσιά της νύχτας. Το βλέμμα του όμως της θύμισε τι πραγματικά είναι. Ένα επικίνδυνο αγρίμι. Τίποτα δεν αλλοιώνει την ομορφιά του προσώπου του σκέφτηκε η Στεφανία και τα γόνατα της λύγισαν ελαφρώς.
«Άκουσε με! Θα το πω μία φορά και δεν θα το επαναλάβω» ξεκίνησε να της λέει απειλητικά, κρατώντας την ακόμη σφιχτά απ' το μπράτσο.
Κάτι αναπάντεχο συνέβη τότε και ο Άρβιν δεν τελείωσε πότε την πρόταση του. Η Στεφανία ακούμπησε τα δάχτυλά του ελεύθερου χεριού της στο στέρνο του και με αργές κινήσεις άρχισε να ακολουθεί τη διαδρομή που σχημάτιζαν πάνω στο δέρμα του οι διακριτοί μυείς του. Τα δάχτυλά της έφτασαν χαμηλά, ως τις γραμμώσεις της κοιλίας του. Το δέρμα του έκαιγε! Το σώμα του έτρεμε ανεπαίσθητα. Αναρριγούσε σε κάθε άγγιγμα της. Σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε. Επιθυμία, έντονη επιθυμία. Όχι μόνο από μένα αλλά και από εκείνον. Το σώμα της μούδιασε με μιας και η αναπνοή της έγινε κοφτή. Τα χέρια του την άρπαξαν δυνατά απ' την μέση και την κάθισαν στο περβάζι του παραθύρου που βρισκόταν δίπλα από την εξώπορτα. Έπιασε το πρόσωπο της ανάμεσα στα χέρια του και τα χείλη τους ενώθηκαν με πάθος.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Κεφάλαιο 14ο Αποκαλύψεις

Το πρώτο πράγμα που είδε η Στεφανία όταν άνοιξε τα μάτια της ήταν το ανήσυχο πρόσωπο του Κάϊλ. Ήταν γονατισμένος μπροστά στο καναπέ του καθιστικού και τα μάτια του ήταν κολλημένα πάνω της. Δίπλα του στεκόταν όρθια η Σαλίνα με ένα ποτήρι νερό στο χέρι της. Το κεφάλι της Στεφανίας πονούσε τρομερά και τα μάτια της δυσκολευόταν να εστιάσουν για πολύ ώρα πάνω σε σχήματα και πρόσωπα. Ο λαιμός της είχε στεγνώσει. Το σώμα της ένιωθε πως είναι πολλά κιλά βαρύτερο απ' ότι στην πραγματικότητα. Έκλεισε ξανά τα μάτια της κουρασμένη. Οι σκέψεις της έμοιαζαν με σβούρα που γυρνά γύρω από το ίδιο σημείο με ταχύτητα. Το γρήγορο στροβίλισμα τους την έκανε να θέλει να αδειάσει το περιεχόμενο του στομαχιού της.  
«Στεφανία; Με ακούς; Μπορείς να μιλήσεις;» Η φωνή του Κάϊλ αντήχησε στα αυτιά της και το πρόσωπο της συσπάστηκε με δυσαρέσκεια. Έπρεπε να του απαντήσει, μα η φωνή της δεν έβγαινε. Η παγωμένη κομπρέσα που ακούμπησε στο μέτωπο της  η Σαλίνα, την ανακούφισε στιγμιαία και την επανάφερε στην πραγματικότητα.
Έκανε μια προσπάθεια να σηκωθεί, στηρίζοντας το βάρος του κορμού της στους αγκώνες της. «Δεν ήταν όνειρο αυτό που είδα, σωστά;» τους ρώτησε ζαλισμένη. Ο Κάϊλ γύρισε το βλέμμα του στη Σαλίνα και κοιτάχθηκαν σιωπηλά για μερικά δευτερόλεπτα. Το βλέμμα της Σαλίνα τον παρότρυνε να μιλήσει.
«Δεν ήταν όνειρο», απάντησε μόνη της η Στεφανία και αναστέναξε αποκαρδιωμένη.
«Όχι Στεφανία. Λυπάμαι ειλικρινά. Δεν ήθελα να μάθεις την αλήθεια με αυτό τον τρόπο», της είπε ο Κάϊλ και η φωνή του βγήκε σαν ψίθυρος.  
«Πίστευα.. πίστευα πως δεν υπάρχετε. Πως είστε πλάσματα της φαντασίας των απλών χωρικών του 16ου αιώνα», είπε η Στεφανία και έκανε ακόμη μια προσπάθεια να τοποθετήσει την πλάτη της κάθετα στα μαξιλάρια του καναπέ.
«Ναι, η αλήθεια είναι ότι μας βολεύει να μας θεωρούν το προϊόν της αρρωστημένης φαντασίας κάποιων. Το κάνουμε γιατί δεν μας ενδιαφέρει τόσο να ενσωματωθούμε στο κόσμο των ανθρώπων. Η φύση είναι το σπίτι μας. Εδώ έχουμε ότι χρειαζόμαστε για να επιβιώσουμε, σε αντίθεση με τα άλλα είδη», της απάντησε σε ήρεμο τόνο η Σαλίνα.
«Τα άλλα είδη; Υπάρχουν και άλλα δηλαδή;» ρώτησε η Στεφανία και τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα.
«Υπάρχουν Στεφανία. Οι βρικόλακες ας πούμε. Σίγουρα τους έχεις ακουστά, μια και σε αντίθεση με εμάς, είναι ήδη ενσωματωμένοι στις ανθρώπινες κοινωνίες. Είναι από τα λίγα είδη που έχουν καταφέρει να γίνουν τόσο αποδεκτά από τους ανθρώπους. Έχουν μέχρι και τις δικές τους εκπομπές στην τηλεόραση!» της απάντησε η Σαλίνα γεμάτη σοβαρότητα, λες και έδινε διάλεξη σε φοιτητές.
Η Στεφανία την κοιτούσε άφωνη, καθώς προσπαθούσε να αποφασίσει αν θα έπρεπε να βάλει τα γέλια ή τα κλάματα με όσα έπρεπε τώρα να συνειδητοποιήσει και να δεχτεί ως αληθινά. Κάπου μέσα της το ένστικτο της την καθησύχαζε και πάλι, της έλεγε να μην γεμίσει πανικό, να κρατήσει τη ψυχραιμία της.
«Αυτό το γονίδιο, δεν είναι ιός, έτσι; Δεν θα μου περάσει» ρώτησε τελικά, κοιτώντας εξεταστικά πότε το σαστισμένο πρόσωπο του Κάϊλ και πότε της Σαλίνα. Η ψυχραιμία της τους είχε εντυπωσιάσει.
«Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρουμε με σιγουριά Στεφανία», της απάντησε τελικά ο Κάϊλ και το ύφος του απέκτησε και πάλι τη σοβαρότητα του αρχηγού.
«Σε παρακολουθώ από τη μέρα που γεννήθηκες. Ήταν καθήκον μου να σε προστατεύσω και να μαθαίνω πως είσαι. Μα πέρα από αυτό, σε παρακολουθούσα γιατί ήξερα πως όταν ερχόταν η στιγμή της αλλαγής σου, θα έπρεπε να έχεις τη βοήθεια μας για να επιβιώσεις και να μάθεις πώς να τη χειρίζεσαι».
«Τι είναι αυτή η αλλαγή; Τι θα μου συμβεί;» ρώτησε τώρα εμφανώς πιο ανήσυχη.  Δεν έβλεπε το λόγο να συνεχίσει να αρνείται τα όσα άκουγε, ειδικά όταν αυτά αφορούσαν το ίδιο της το σώμα. 
Ο Κάϊλ την κοίταξε πάλι με αυτό το απολογητικό του ύφος.
«Αυτό είναι το θέμα Στεφανία. Δεν ξέρουμε ακριβώς.. ακριβώς τι είσαι.» της είπε και έσκυψε το κεφάλι του.
Η απάντηση του πανικόβαλε ακόμη πιο πολύ τη Στεφανία. «Τι θέλεις να πεις δεν ξέρετε; Πώς είναι δυνατό να μην ξέρετε;» ρώτησε τώρα γεμάτη θυμό και αγωνία.
«Δεν ξέρουμε γιατί είσαι η μοναδική του είδους σου Στεφανία. Από όσο γνωρίζουμε οι λυκάνθρωποι δεν αναπαράγονται με ανθρώπινα όντα. Συνεπώς, κανείς μας δεν γνωρίζει με σιγουριά ποια θα είναι η εξέλιξη σου» της απάντησε ο Κάϊλ, προσπαθώντας να της εξηγήσει όσο πιο απλά μπορούσε πράγματα που στον καθένα θα ακουγόταν ανεξήγητα.
«Ώστε ο πατέρας μου ήταν λυκάνθρωπος και η μητέρα μου θνητή; Άρα εγώ είμαι. είμαι κάτι… ενδιάμεσο;» ρώτησε απορημένη μη πιστεύοντας αυτό που έλεγε.
Αυτό εξηγεί πολλά. Σκέφτηκε και το μυαλό της γύρισε πίσω στο χρόνο, στα δύσκολα παιδικά και εφηβικά της χρόνια. Όταν η μοναξιά την συνόδευε παντού. Ακόμη και μέσα στο πλήθος ένιωθε μόνη της. Ένιωθε πάντα την ανάγκη να κρυφτεί, να γίνει αόρατη για να μη την αντιληφθεί κανείς. Τώρα καταλάβαινε επιτέλους το γιατί: γιατί, απλά, τα τέρατα μένουν πάντα στα σκοτάδια, κρυμμένα καλά από τα εξεταστικά βλέμματα του απλού, φυσιολογικού κόσμου. Βέβαια, το στίγμα της ορφανής και οι συνεχείς μετακινήσεις της από σπίτι σε σπίτι δεν βοήθησαν την κατάσταση της, αλλά και πάλι! Ποτέ δεν κατάφερε να ενσωματωθεί με ευκολία στο σύνολο, να κάνει και να διατηρήσει φιλίες, να εμπιστευτεί και να ερωτευτεί έναν άντρα.
«Ο Άρβιν..» είπε χαμηλόφωνα, καθώς οι σκέψεις της βγήκαν από το μυαλό της και έγιναν λέξεις άθελα της.
«Ναι Στεφανία, ο Άρβιν μας ειδοποίησε ουσιαστικά για την πιθανή αλλαγή σου», της απάντησε η Σαλίνα και την ακούμπησε απαλά στο μπράτσο, θέλοντας να την καθησυχάσει.
Η απάντηση της Σαλίνα δεν την καθησύχασε όμως. Στο άκουσμα της, η Στεφανία ανακάθισε απότομα στο καναπέ, λες και την χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Ο Άρβιν γνώριζε για την αλλαγή μου;  
Η Σαλίνα την κοίταξε σαστισμένη. «Θέλω να πω ότι απλά αναγνώρισε αμέσως ότι είσαι μία από εμάς. Το κατάλαβε την πρώτη κιόλας μέρα που συναντηθήκατε τυχαία στο μετρό. Μας είπε τι σου συνέβη και πως όλα έδειχναν πως ήσουν στην αρχή της αλλαγής σου», της είπε και ο δισταγμός της χρωμάτισε την κάθε της λέξη.
Η Στεφανία έμεινε να την κοιτάζει σιωπηλή, καθώς η οργή φούντωνε μέσα της. Θα καταλάβεις όταν έρθει η ώρα. Αυτό της είχε πει σήμερα το πρωί στο αμάξι ο Άρβιν. Δεν έκανε καν τον κόπο να της εξηγήσει, αφήνοντας την στα σκοτάδια κυριολεκτικά, τόσο για τον πατέρα της, όσο και για το τι συνέβαινε στην ίδια. Μπάσταρδε! Σκέφτηκε η Στεφανία και το στομάχι της σφίχτηκε.
«Το θέμα είναι πως η αλλαγή σου έχει ήδη αργήσει αρκετά», είπε τότε ο Κάϊλ, διακόπτοντας τις σκέψεις της. Ο νευρικός βηματισμός του μπροστά της είχε ξεκινήσει ώρα τώρα. Η έκφραση του έδειχνε πως όσα έλεγε ήταν πιο πολύ σκέψεις που έκανε ο ίδιος δυνατά, παρά απαντήσεις στις ερωτήσεις της Στεφανίας.
«Όταν πέρασες την ηλικία των 20 ετών και δεν είχες κανένα σύμπτωμα σκέφτηκα πως ίσως τα ανθρώπινα γονίδια σου ήταν πιο δυνατά από αυτά του λυκάνθρωπου. Ήμουν σίγουρος πως θα περνούσες το υπόλοιπο της ζωής σου ήρεμα. Σε κάλεσα λοιπόν στο γραφείο μου απλά για να σε γνωρίσω και από κοντά. Να σου πω πως ήξερα κάποια πράγματα για τους γονείς σου. Δεν είχα σκοπό να σου αποκαλύψω κάτι. Απλά ήθελα και όφειλα να σου δώσω κάποια από τα περιουσιακά στοιχεία του Άλες, που σου ανήκουν δικαιωματικά. Εκείνη κιόλας τη μέρα δέχτηκα το τηλεφώνημα του Άρβιν και όλα άλλαξαν», είπε και στάθηκε μπροστά της, προσπαθώντας να διαβάσει την έκφραση της.  
«Ο Άρβιν… είναι και αυτός...» πήγε να ρωτήσει διστακτικά τώρα η Στεφανία, θέλοντας να το ακούσει και από κάποιον άλλον για να το πιστέψει.
«Λυκάνθρωπος, ναι!» της απάντησε αμέσως ο Κάϊλ, «από τους πιο μεγάλους ηλικιακά και τους πιο δυνατούς στην ομάδα. Καθαρόαιμος» της είπε και η φωνή του πήρε πάλι τη χροιά του αρχηγού.
Λυκάνθρωπός. Από τους πιο δυνατούς. Καθαρόαιμος....Θεέ μου! Πόσο ηλίθια είμαι; Ο πρώτος άντρας που με έκανε να αισθανθώ έτσι και δεν είναι καν θνητός! Δεν είναι καν άνθρωπός!  Η Στεφανία έκρυψε το πρόσωπο της μέσα στα δύο της χέρια και ένας πνιχτός ήχος απογοήτευσης ανέβηκε στον λαιμό της.
«Στεφανία! Πες μου τι έκανε! Πες μου ότι δε σε άγγιξε!». Η φωνή του Κάϊλ ήταν τόσο οργισμένη, τόσο δυνατή, που τα τζάμια της αγροικίας έτριξαν.
Η Στεφανία κατέβασε τα χέρια της και τον κοίταξε σοκαρισμένη. Δε μπορούσε με τίποτα να καταλάβει τι ήταν αυτό που του προκάλεσε τέτοια έκρηξη οργής. «Όχι, όχι, τίποτα τέτοιο. Σε παρακαλώ ηρέμησε». Ψέλλισε, δαγκώνοντας τα χείλη της αμήχανα.
Ο Κάϊλ άρχισε τώρα να βηματίζει νευριασμένα μέσα στο δωμάτιο. Έδειχνε σαν να μην τον χωράει ο χώρος. «Κάϊλ, σε παρακαλώ, ηρέμησε». Του είπε ήρεμα η Σαλίνα. Το βλέμμα του την κάρφωσε με τέτοια αυστηρότητα, που δεν άφησε και πολλά περιθώρια στη Στεφανία να αναρωτηθεί ποιος από τους δυο έχει το πάνω χέρι σ' αυτή τη σχέση. Η Σαλίνα χαμήλωσε το κεφάλι της.
Ορίστε; Τι έχουν πάθει οι γυναίκες σ' αυτό το μέρος; Αναρωτήθηκε η Στεφανία και κοίταξε αποδοκιμαστικά τον Κάϊλ. Αν και έδειξε να καταλαβαίνει το ύφος της, για κάποιο λόγο δεν την κοίταξε με τον ίδιο αυστηρό τρόπο για να τη βάλει και αυτή στη θέση της.
«Πιστεύω ότι είναι ώρα να ξεκουραστείς Στεφανία. Αρκετά πέρασες σήμερα. Η Σαλίνα θα σου δείξει το δωμάτιο σου». Της είπε αποφεύγοντας το βλέμμα της και βγήκε απ' το καθιστικό.
Η Στεφανία γύρισε το βλέμμα της στη Σαλίνα, η οποία περίμενε να βγει ο Κάϊλ από το δωμάτιο για να σηκώσει το κεφάλι της. «Γιατί τον αφήνεις να σου μιλάει έτσι;» Την ρώτησε απορημένα η Στεφανία.
Η Σαλίνα την κοίταξε και χαμογέλασε μελαγχολικά. «Τα πράγματα μεταξύ των ζευγαριών είναι λίγο διαφορετικά εδώ από αυτό που έχεις συνηθίσει Στεφανία». Της είπε και ο τόνος της φωνής της παρέμεινε καλοπροαίρετος. «Μη σε ανησυχεί πάντως. Η δική σου θέση εδώ είναι καλύτερη από οποιουδήποτε άλλου θηλυκού». Συνέχισε το ίδιο καλοπροαίρετα και σηκώθηκε για να τη συνοδεύσει στο δωμάτιο της.
   Καθώς ανέβαιναν τη τεράστια ξύλινη σκάλα του σπιτιού που οδηγούσε στο πάνω όροφο της αγροικίας, η Στεφανία δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της την τελευταία εικόνα της βραδιάς και τα λόγια της Σαλίνα, που τώρα προχωρούσε όλο χάρη μπροστά της. Την έπιασε από το μπράτσο και την σταμάτησε στα μισά της σκάλας.
«Σαλίνα, γιατί το είπες αυτό στο καθιστικό; Αυτό για τη θέση μου. Γιατί είναι διαφορετική;» τη ρώτησε όλο απορία.
Η Σαλίνα την κοίταξε και της χαμογέλασε γλυκά. «Γιατί η θέση σου εδώ είναι ισάξια με αυτή του Κάϊλ, Στεφανία. Είσαι η κόρη του Άλες.! Του πρώην αρχηγού αυτής της αγέλης. Αυτό σημαίνει πως το δικαίωμα σου στην αρχηγία είναι κληρονομικό».
Η Στεφανία έμεινε να την κοιτά με ανοιχτό το στόμα για αρκετά δευτερόλεπτα. Η Σαλίνα γέλασε χαμηλά, βλέποντας το ύφος της.
«Πρέπει να ξεκουραστείς. Έχουμε αρκετό χρόνο μπροστά μας Στεφανία. Θα συζητήσουμε τα πάντα, μην ανησυχείς». Της είπε και συνέχισε την ανάβαση της  προς τον επάνω όροφο. Η Στεφανία την ακολούθησε σιωπηλά. Η σύγχυση και ο θυμός που ένιωθε μέσα της για όσα είχε δει και είχε ακούσει σήμερα έκαιγαν το στήθος της και θόλωναν το μυαλό της. Ήταν σίγουρη πως, παρά την κούραση που αισθανόταν, δεν υπήρχε περίπτωση να την πάρει ο ύπνος. Ευκαιρία να επισκεφτώ τους γείτονες σκέφτηκε και η εικόνα του Άρβιν σχηματίστηκε στο μυαλό της.