Romance and Urban Fantasy Lit

  • Kelley Armstrong, J.R.Ward, Charlaine Harris, L.J. Smith, Kresley Cole, Gena Showalter

What is this place?

Έχω αλλάξει πολλές γνώμες για αυτό το χώρο και όχι άδικα. Η συγγραφή είναι δύσκολη και επίπονη δουλειά, απαιτεί πολύ γράψε-σβήσε…Η ιστορία που ξεκίνησα πριν κάποιους μήνες παίρνει λοιπόν καινούργια μορφή, επιδιώκει να γίνει καλύτερη –αλλά όχι τέλεια- οπότε τα σχόλια σας δεν θα είναι μόνο χρήσιμα, αλλά και απαραίτητα.

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Κεφάλαιο 6ο Το Πάρκο


Ο Άρβιν στεκόταν στην άκρη του δρόμου. Το σκοτάδι είχε αρχίσει να απλώνετε αργά πάνω απ’ την πόλη και οι λεηλατημένες λάμπες του Δήμου τον βοηθούσαν αφάνταστα να κινείται γρήγορα, χωρίς να γίνεται αντιληπτός από κανέναν. Το σκοτάδι ήταν το καλύτερο του. Ο ήλιος πάντα τον ταλαιπωρούσε, επηρέαζε τις δυνάμεις του και του έφερνε μια γλυκιά υπνηλία. Με τη δύση του ηλίου όμως, τα πάντα πάνω του άλλαζαν. Έβλεπε καλύτερα, άκουγε καλύτερα και όλες οι αισθήσεις και τα αντανακλαστικά του δούλευαν άψογα. Παρά την άψογη κατάσταση του όμως, απέφευγε συστηματικά τις μεταμεσονύκτιες βόλτες στην πόλη. Ο Άρβιν γνώριζε καλά πως κάτω από την κάλυψη που προσφέρει το σκοτάδι, τα αρχέγονα ένστικτα κάθε πλάσματος ξυπνούν. Οι δρόμοι γεμίζουν από σκοτεινές φιγούρες που αποζητούν λίγο από το χάος, λίγο από τον εφιάλτη που προσφέρει απλόχερα η νύχτα σε όσους διψάνε να την ζήσουν. Και ήταν πολλά τα πλάσματα της νύχτας και άλλες τόσες οι πιθανότητες να σε παρασύρουν σε μονοπάτια όπου η λήθη βασιλεύει και οι κανόνες υπάρχουν μόνο για να αγνοούνται. Με χίλια και παραπάνω χρόνια παρουσίας πάνω στη γη, κανείς δεν γνώριζε τους κινδύνους της νύχτας καλύτερα από τον ίδιο. Γι’ αυτό και ο Άρβιν περιπλανιόταν στη νυχτερινή πόλη μόνο όταν υπήρχε λόγος. Και απόψε υπήρχε λόγος. Η κόρη του Άλες -του μέντορά του, του καλύτερου του φίλου- ήταν ζωντανή.
Οι εντολές του για απόψε ήταν ξεκάθαρες. Τις απαρίθμησε όλες με ιδιαίτερη έμφαση ο Κάϊλ, λίγο πριν φύγει απ' το γραφείο του. Η σειρά προτεραιότητας ήταν η εξής: Πρώτον, ηρέμησε. Δεύτερον, επέστρεψε απόψε κιόλας στον οικισμό. Τρίτον, μείνε μακριά από τη Στεφανία. Τέταρτον ΜΕΙΝΕ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΕΦΑΝΙΑ!
 Όμορφα! σκέφτηκε χαμογελώντας πονηρά, καθώς η πόρτα της πολυκατοικίας που είχε απέναντι του άνοιξε και η Στεφανία διέσχισε το δρόμο. Ώρα να τα πούμε κατ' ιδίαν τα δύο μας, σκέφτηκε και την ακολούθησε, δίχως να τον αντιληφθεί.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~   
Το πάρκο ήταν σχεδόν άδειο. Το πρώτο σκοτάδι της νύχτας είχε καλύψει τα πάντα, μα η μυρωδιά του ήλιου πάνω στο γρασίδι γαργαλούσε ακόμη τη μύτη της. Το φρέσκο άρωμα των λουλουδιών, σε συνδυασμό με την ευωδιά από το βρεγμένο χώμα έκαναν τη ψυχή της να γαληνέψει. Κατευθύνθηκε με γοργό βήμα στο αγαπημένο της σημείο, στο παγκάκι που κοιτά στη μικρή λιμνούλα του πάρκου, και στάθηκε  μπροστά του. Έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να εισπνέει δυνατά. Τα πνευμόνια της γέμιζαν αέρα, τα ρουθούνια της ρουφούσαν με μανία τα αρώματα της νύχτας, των δέντρων, του δάσους. Του δάσους; αναρωτήθηκε στιγμιαία και τα μάτια της άνοιξαν με μιας. Δεν ήξερε καν ποια ήταν η μυρωδιά του δάσους. Δεν είχε πάει ποτέ της σε κάποιο δάσος για να την γνωρίζει.
Καθώς το μυαλό της πάσχιζε να καταλάβει από πού ερχόταν αυτά τα τόσο πρωτόγνωρα αρώματα, κάτι κουνήθηκε πίσω της και γύρισε σαστισμένη. Δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα μέσα στο σκοτάδι. Το βλέμμα της έψαχνε απεγνωσμένα το χώρο για κάποια παρουσία, μα τίποτα, σιωπή. Άρχισε να ζυγιάζει την κατάσταση στο κεφάλι της. Ένιωθε την παρουσία κάποιου στο χώρο, μα δεν μπορούσε να διακρίνει τις προθέσεις του. Δεκάδες σενάρια πέρασαν από το μυαλό της σε κλάσματα δευτερολέπτου και όλα είχαν άσχημη κατάληξη για την ίδια. Τρέξε! την πρόσταξε το αίσθημα αυτοσυντήρησης μέσα της και τα πόδια της το υπάκουσαν αμέσως.
     Η καρδιά της είχε ανέβει στο λαιμό της, όταν είδε επιτέλους μπροστά της να ξεπροβάλει η σιδερένια πόρτα της εξόδου από το πάρκο. Δειλά έριχνε κλεφτές ματιές πίσω της. Δεν την ακολουθούσε κανείς. Λίγο ακόμη, λίγο ακόμη και πλησιάζω στην έξοδο, σκέφτηκε και αύξησε ταχύτητα. Πριν όμως φτάσει στα μισά της διαδρομής μια φιγούρα πετάχτηκε μπροστά της από το πουθενά και ίσα που πρόλαβε να φρενάρει το σώμα της για να αποφύγει τη σύγκρουση. Δίχως να σκεφτεί, έκανε στροφή 180 μοιρών και άρχισε να τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ένα χέρι την άρπαξε από πίσω και την τράβηξε με δύναμη. Τα πόδια της κοκάλωσαν και έχασε την ισορροπία της, πέφτοντας προς τα πίσω. Η πλάτη της προσγειώθηκε με δύναμη σε κάτι σκληρό, μα ζωντανό.
«Μάθημα πρώτο», της ψυθίρησε μια γνώριμη αντρική φωνή, «δεν γυρνάμε ποτέ τη πλάτη μας στον εχθρό, γιατί έτσι τον προκαλούμε να μας κυνηγήσει». Ένας οξύς πόνος χτύπησε ξαφνικά το κέντρο του θώρακα της και τα πάντα γύρω της μαύρισαν για ακόμη μια φορά.
    Όταν άνοιξε τα μάτια της η Στεφανία ήταν ανάσκελα πεσμένη στο έδαφος. Η πρώτη της εικόνα ήταν ο έναστρος ουρανός που κρεμόταν από πάνω της. «Ξυπνήσαμε;». Η φωνή του, την έκανε να ανασηκωθεί και να στηριχθεί στους αγκώνες της. Ο άγνωστος άντρας από το σταθμό του μετρό καθόταν τώρα στο έδαφος και την κοιτούσε επίμονα. Είχε τους αγκώνες του ακουμπισμένους στα γόνατα του,  φορώντας ένα σαρκαστικό χαμόγελο στα χείλη του. Σκατά σκέφτηκε η Στεφανία και πετάχτηκε με απρόσμενη ευκολία και χάρη από το έδαφος. «Τελικά το ταλέντο σου είναι έμφυτο. Εντυπωσιακό το άλμα», της είπε και χαμογέλασε πονηρά.
 Όρθια πια, από θέση ισχύος, η Στεφανία έβαλε τα χέρια της στη μέση της και τον κοίταξε αγριεμένα. «Θα μου πεις επιτέλους ποιος είσαι;», τον ρώτησε, σκεπτόμενη πως για να ζει ακόμα, μάλλον δεν ήταν εκεί για να της κάνει κακό.
«Άρβιν. Χάρηκα», της απάντησε απλώνοντας το χέρι του προς το μέρος της για την εθιμοτυπική χειραψία. Το σαρκαστικό του χαμόγελο την εξόργισε ακόμη περισσότερο και αντί να του δώσει το  χέρι της, του γύρισε επιδεικτικά την πλάτη. «Πέρα απ' όλα τα άλλα, θα πρέπει να σου μάθουμε και τρόπους βλέπω», της είπε γελώντας ειρωνικά.
Η Στεφανία κατέβασε τα χέρια της από τη μέση της και τα έσφιξε σε γροθιές. «Δεν υπάρχει κάτι που εσύ προσωπικά θα μπορούσες να μου μάθεις».
   Ο Άρβιν σηκώθηκε το ίδιο εύκολα από το έδαφος, σήκωσε τα χέρια του σαν να παραδιδόταν και χαμογέλασε περιπαικτικά. «Ήρεμα! Δεν είπα κάτι κακό, μη με αποπαίρνεις έτσι. Να συστηθούμε ήθελα απλώς». Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της και το φως του φεγγαριού φώτισε τα χαρακτηριστικά του. Είχε, δίχως αμφιβολία, το αυτάρεσκο ύφος του άντρα που ξέρει καλά ποια είναι η επιρροή του στις γυναίκες. Σου αξίζει ένα γερό χαστούκι, σκέφτηκε η Στεφανία κοιτάζοντας τον, μα τελευταία στιγμή αποφάσισε να συγκρατηθεί. Δίπλωσε τα χέρια της κάτω από το στήθος της και όρθωσε ακόμη περισσότερο το ανάστημα της μπροστά του. «Να συστηθούμε ε; Καλοσύνη σου που σκέφτηκες πως είχα ανάγκη να σε γνωρίσω. Σίγουρα διάλεξες την ώρα και το μέρος». 
«Αυτή με βόλευε», της απάντησε ξερά. Ο θυμός άρχισε να φαίνεται τώρα πια σε κάθε του κίνηση, σε κάθε του λέξη. «Αρχίζω να πιστεύω πως το αγαπημένο σου χόμπι είναι να εξαγριώνεις άντρες, που μπορούν πολύ εύκολα να σε βλάψουν. Πες μου αλήθεια, το κάνεις επίτηδες ή απλά η κοινή λογική δεν υπάρχει ως έννοια στη ζωή σου;».
Η Στεφανία έκανε ένα βήμα προς το μέρος του και τον κοίταξε θαρραλέα στα μάτια. «Τι ξέρεις εσύ από κοινή λογική;».
Της ανταπόδωσε το βλέμμα. «Ξέρω ότι αυτός που δεν την έχει, ρισκάρει τη ζωή του. Όπως για παράδειγμα τι ρισκάρεις εσύ τώρα».
Η Στεφανία δεν μετακινήθηκε εκατοστό από τη θέση της, και ας είχαν φτάσει τόσο κοντά πια, ώστε να νιώθει την ανάσα του στο πρόσωπο της. «Κινδυνεύω; Αυτό θέλεις να πεις;», τον ρώτησε το ίδιο αποφασιστικά με πριν.
    Δεν της απάντησε αμέσως. Τα μάτια του περιπλανήθηκαν στο πρόσωπο της και σταμάτησαν ξαφνικά στο στόμα της. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του μαλάκωσαν. Οι κτύποι της καρδιάς της Στεφανίας άρχισαν να αυξάνονται ανεπαίσθητα. «Δεν θα σου έκανα ποτέ κακό», της είπε τελικά χαμηλόφωνα και η καρδιά της άρχισε να ρετάρει, να χάνει χτύπους, να αποσύντονίζεται.
Συγκεντρώσου, συγκεντρώσου έλεγε και ξαναέλεγε στον εαυτό της προσπαθώντας να τον συνεφέρει. «Πώς με βρήκες; Ποιός είσαι;» κατάφερε να ψελλίσει καρφώνοντας και αυτή με τη σειρά της τώρα τα μάτια της στα χείλη του.
Δεν της απάντησε και πάλι. Το βλέμμα του τώρα κατέβηκε στο λαιμό της, χαμηλά στο στήθος της και πάλι στο λαιμό της.
     Άνοιξε στιγμιαία το στόμα της να πει κάτι και ο δείκτης του χεριού του άγγιξε τα χείλη της. «Σςς… Μη μιλάς». Της είπε απαλά και η βραχνή φωνή του χάιδεψε σαγηνευτικά τα αυτιά της. Το μυαλό της Στεφανιάς άδειασε, σαν κάποιος να έσβησε από μέσα του κάθε σκέψη, κάθε ένστικτό αυτοσυντήρησης ή λογικής. Το χέρι του κύκλωσε τη μέση της και την τράβηξε απαλά πάνω του. Επαφή. Έκλεισε τα μάτια της και ο ήχος της καρδιά της την ξεκούφανε. Το αίμα της έκαιγε στις φλέβες της, κοκκίνιζε το δέρμα της. «Το νιώθεις;», την ρώτησε ψιθυριστά και πριν προλάβει να του απαντήσει,  τα χείλη του έπεσαν με φόρα πάνω στα δικά της.

7 σχόλια:

Με λένε Νατάσσα είπε...

Περίμενα μέρες την συνέχεια! Τέλειο τέλειο! Περιμένω να δω τι θα γίνει! Πάνω στο καλό μας άφησες!

Φιλιά!

anidifranco είπε...

Xaxa!Να' σαι καλά βρε Νατάσσα, πολύ χαίρομαι που σου αρέσει.Ελπίζω να καταφέρω να σε κερδίσω για να διαβάσεις και τη συνέχεια. Φιλάκια καλή μου και σ' ευχαριστώ και πάλι :-)

Ο ΜΑΓΟΣ! είπε...

εγω περιμενω με αγωνια ..ηρθα να δω το σπιτικο σου το κακο ειναι οτι θα σου φερω και μια λαμια που με ακολουθει κατα ποδας αλλα δεν μασας εσυ απο αυτα καλημερα!

anidifranco είπε...

Μάγε?????Και εσύ εδώ; Δεν σε υπολόγιζα για αναγνώστη urban fantasy αλλά χαίρομαι που είσαι. Καλώς τον λοιπόν. Και φέρνεις και μια λάμια μαζί είπες; Lord of the Rings το κάναμε εδώ μέσα; Κοίτα, ας έρθει όποιος θέλει, θα αμολήσω εγώ τους λύκους και θα μπούνε όλοι στη θέση τους.

lewntas είπε...

Κοπελάρα μου ξερεις την γνώμη μου για την ιστορία σου. Ιδιώς μετά τις αλλαγές που έγιναν, την θεωρώ ακόμα καλυτερη. Εγώ φυσικά έχω διαβάσει μέχρι και το τελευτάιο κεφάλαιο που είναι μετά το 20 και με έχεις αφήσει σε πολύ κρίσιμο σημείο. Όμως δεν με χαλνάει να τη διαβάσω ξανά. Συνέχισε έτσι.... και μην ξεχνιόμαστε περιμένω τη συνέχεια.... Φιλάκια γλυκιά μου.

ΜΑΓΟΣ! είπε...

Θυμασαι που σου ειπα το θαυμαζω ? να γι αυτο...καλησπερα!

anidifranco είπε...

Χαίρομαι που είσαι εδώ, εύχομαι να σου αρέσει και η ιστορία, αν και είναι φαντασίας (σε προειδοποίησα ήδη, χεχεχε). Καλό σου απόγευμα και σ’ ευχαριστώ :- )
ΥΓ Τουλάχιστον εδώ δεν σε ακολούθησαν οι «γνωστοί» δαίμονες.