Romance and Urban Fantasy Lit

  • Kelley Armstrong, J.R.Ward, Charlaine Harris, L.J. Smith, Kresley Cole, Gena Showalter

What is this place?

Έχω αλλάξει πολλές γνώμες για αυτό το χώρο και όχι άδικα. Η συγγραφή είναι δύσκολη και επίπονη δουλειά, απαιτεί πολύ γράψε-σβήσε…Η ιστορία που ξεκίνησα πριν κάποιους μήνες παίρνει λοιπόν καινούργια μορφή, επιδιώκει να γίνει καλύτερη –αλλά όχι τέλεια- οπότε τα σχόλια σας δεν θα είναι μόνο χρήσιμα, αλλά και απαραίτητα.

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

Κεφάλαιο 13ο Τα Νέα


Ο Άρβιν κάθισε όσο πιο αναπαυτικά μπορούσε στη μεγάλη πολυθρόνα που βρισκόταν στη μέση του δωματίου. Άφησε τα γκριζοπράσινα μάτια του να περιπλανηθούν αργά στο χώρο. Η σκηνή του θύμιζε αποδυτήρια αντρικής ομάδας ράγκμπυ, μετά το τέλος του παιχνιδιού. Οι άντρες ήταν διάσπαρτοι μέσα στο μεγάλο χώρο του καθιστικού. Μιλούσαν και γελούσαν δυνατά. Δοκίμαζαν μεταξύ τους τις νέες κινήσεις άμυνας και επίθεσης που είχαν μάθει. Διαφωνούσαν με ιδιαίτερη ένταση για όλα τα θέματα της ανθρώπινης επικαιρότητας. Κοιτώντας  τα πρόσωπα τους, ο Άρβιν μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις τους, να καθορίσει τη διάθεση τους. Δεν ήταν τόσο το χάρισμα που είχε αποκτήσει με τα χρόνια που του επέτρεπε να το κάνει με ευκολία, όσο το γεγονός ότι τους περισσότερους τους ήξερε από τη μέρα που γεννήθηκαν.
Τα πιο ισχυρά αρσενικά της ομάδας με καθαρό αίμα βαπτιζόταν προστάτες του οικισμού τη μέρα κιόλας της γέννησης τους. Αυτό θεωρητικά σήμαινε πως θα περνούσαν όλη τους τη ζωή στον οικισμό, δίχως καμία επαφή με τον κόσμο των ανθρώπων και δίχως δικαίωμα να ζευγαρώσουν με άλλα είδη, πέρα των ενδεδειγμένων θηλυκών της ομάδας. Κοινώς, όλη τους η ζωή θα περιστρεφόταν γύρω από τη μελέτη των τεχνικών μάχης και την αναπαραγωγή με θηλυκά, που το μόνο που γνώριζαν ήταν η αποστολή τους ως μητέρες και σύντροφοι. Πολύ άσχημη τύχη, αν σκεφτεί κανείς ότι ζούμε αιώνια σκέφτηκε ο Άρβιν και η δυσαρέσκεια που αισθανόταν καθρεπτίστηκε στα αρρενωπά χαρακτηριστικά του προσώπου του.
Το βλέμμα του περιπλανήθηκε για ακόμη μια φορά στο χώρο. Το μόνο που έβλεπε μπροστά του ήταν παιδιά, νεαρούς λύκους, που αφού στρατολογήθηκαν δίχως τη θέληση τους, έμαθαν να ζουν σε μια συνεχή εγρήγορση. Πάντα ετοιμοπόλεμοι απέναντι σε ένα πλήθος αόρατες απειλές. Η μόνη απειλή, όμως, που έβλεπε ο Άρβιν στο μακρινό ορίζοντα, ήταν αυτή που θα ξεσπούσε επάνω τους, εάν το κλίμα ανελευθερίας και αυστηρότητας που υπέθαλπαν οι αρχηγοί τους συνέχιζε να υφίσταται. Γι’ αυτό, όταν, μετά από πολλές πιέσεις, οι γηραιότεροι επέτρεψαν στους επίλεκτους να κυκλοφορούν ανάμεσα στους θνητούς, ο Άρβιν αποφάσισε να ελαφρύνει ακόμη περισσότερο το φορτίο τους. Κάτω από τη δική του κάλυψη, και μόνον εν γνώσει του, είχαν όλοι τους δικαίωμα να ζευγαρώνουν με όποιο είδος ήθελαν. Δεν το έκανε τόσο για να τους ευχαριστήσει, όσο για να προλάβει όσο μπορούσε τη χιονοστιβάδα των αντιδράσεων που έβλεπε να πλησιάζει απειλητικά για όλο τον οικισμό. Όταν μια ομάδα καθαρόαιμων λύκων κυκλοφορεί ελεύθερη ανάμεσα σε τόσες -συχνά πρόθυμες και ημίγυμνες- θνητές γυναίκες, είναι θέμα χρόνου να γίνει το κακό. Από το να γίνεται πίσω από την πλάτη του, λοιπόν, ήταν καλύτερα να γίνεται κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του. Φυσικά το θέμα της αναπαραγωγής δεν απασχολούσε ποτέ κανέναν, μια και δεν υπήρχε καμία καταγεγραμμένη περίπτωση εγκυμοσύνης θνητής γυναίκας από λυκάνθρωπο. Έτσι νομίζαμε τουλάχιστον... σκέφτηκε ο Άρβιν και το μυαλό του γύρισε με τη μία στην Στεφανία.
Το ξέσπασμα της στο αυτοκίνητο σήμερα και η αδυναμία του να την πλησιάσει τον ενοχλούσαν ακόμη. Δεν μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις της, μα κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο στη περίπτωση της Στεφανίας. Το αντικειμενικά όμορφο πρόσωπο της ήταν ένας πλούσιος χάρτης συναισθημάτων. Δεν έκρυβε τίποτα.! Αντιθέτως, πρόσφερε τα πάντα απλόχερα με θάρρος. Θυμός, οργή, χαρά, απογοήτευση, όλα σε κοινή θέα. Οι απλοί ανθρώπινοι τρόποι της τον έφερναν σε δύσκολη θέση, γιατί του θύμιζαν συνέχεια τις δικές του ελλείψεις. Ελλείψεις που πρώτος απ' όλους είχε παρατηρήσει ο πατέρας της στον ίδιο.
    Ο Άλες ήταν υπέρμαχος των απλών θνητών, γιατί πίστευε πως η επαφή μαζί τους είχε τη δύναμη να εξανθρωπίσει το είδος τους. Ο Άρβιν βέβαια, με όσα είχε δει στα χρόνια που μεσολάβησαν από το χαμό του Άλες, είχε άλλη άποψη. Οι λυκάνθρωποι που ζούσαν στις πόλεις των ανθρώπων είχαν αποκτήσει χειρότερες συνήθειες από τους ίδιους τους ανθρώπους που τους περιτριγύριζαν. Οι ομάδες τους ήταν πίσω από κάθε αναταραχή και κάθε σημάδι κοινωνικής και ηθικής παρακμής. Δίχως την πειθαρχία, που επιβάλλει η ίδια η φύση στους λύκους για να επιβιώσουν, τα ένστικτα τους γινόταν δολοφονικά, αχόρταγα, καταστροφικά.
Οι γηραιότεροι, βλέποντας αυτή την εξέλιξη, ξαναγύρισαν στους κανόνες του παρελθόντος και δεν ήταν λίγοι αυτοί που ασπάστηκαν την στάση τους. Το όραμα του Άλες κλειδώθηκε στο συρτάρι ή χρησιμοποιήθηκε ως πρόφαση από όσους ήθελαν να εισβάλουν ή να παραμείνουν στο αστικό τοπίο. Η εμφάνιση, όμως, της Στεφανίας άλλαζε τα δεδομένα. Ίσως τελικά το αρχικό όραμα του Άλες για τη συνύπαρξη των ειδών και την ανάμειξη των γονιδίων τους να είχε βάση στην πραγματικότητα. Ο Κάϊλ πάντως φαίνονταν να το πιστεύει, για να επιτρέψει την είσοδο της Στεφανίας στον οικισμό. Η απόφαση του έκρυβε πολλούς κινδύνους και για να τους αποφύγει ο Κάϊλ προσπάθησε με κάθε τρόπο να κρατήσει την ύπαρξη της μυστική από οποιαδήποτε άλλη ομάδα ή είδος γνωρίζανε ότι υπάρχει εκεί έξω. Τα νέα, όμως, ταξιδεύουν γρήγορα και η προσπάθεια του μάλλον δεν απέδωσε. Ο οικισμός δεχόταν ήδη επίθεση και ο Άρβιν προαισθανόταν την αιτία.

Εκείνη ακριβώς την στιγμή η πόρτα του καθιστικού άνοιξε διάπλατα και ο Άλμπερτ μπήκε στο δωμάτιο χαμογελώντας, όπως πάντα, πονηρά.
«Ελπίζω το πάρτυ να μην ξεκίνησε χωρίς εμένα», είπε και έβγαλε τα μαύρα του γυαλιά με μια καλά μελετημένη κίνηση εντυπωσιασμού. Με τα μαύρα, μακριά μαλλιά του, το επιβλητικό παράστημα και τα δερμάτινα, μαύρα ρούχα που φορούσε έμοιαζε με αστέρα της ροκ. Δεν μου κάνει εντύπωση που οι γυναίκες τρέχουν από πίσω του σκέφτηκε ο Άρβιν και χαμογέλασε κρυφά.
Ο Άλμπερτ ήταν ίσως η μοναδική περίπτωση «εξανθρωπισμένου» λυκάνθρωπου στην ιστορία του είδους. Το όμορφο πρόσωπο του ήταν ένα μείγμα αρρενωπότητας και αθωότητας. Ένας πόλος έλξης, κοινώς, για όλα τα φύλα και όλα τα είδη. Ο ίδιος επέμενε πως είναι πολύ εκλεκτικός με τις επιλογές του, μα κάθε θνητή γυναίκα που έπεφτε στο δρόμο του κατέληγε στο κρεβάτι του. Οι θνητές γυναίκες βγαίνουν σε πολλά χρώματα και σχήματα. Πρέπει κανείς να τα δοκιμάσει όλα. Αυτή ήταν η δικαιολογία του κάθε φορά που ο Άρβιν έχανε την υπομονή του. Δεν μπορούσε, όμως, να του κρατήσει κακία.
   Ο Άλμπερτ ήταν ο λυκάνθρωπος που ήθελες να έχεις δίπλα σου, όταν έπρεπε για κάποιο λόγο να έρθεις σε επαφή με τους ανθρώπους. Κανένας θνητός δεν μπορούσε να τον αντιπαθήσει ή να του αντισταθεί. Κανένας αθάνατος δεν μπορούσε να τον δει με καχυποψία. Οι θεοί ή οι δαίμονες -όπως το δει κανείς- τον είχαν ευλογήσει με το χάρισμα της επικοινωνίας και της χειραγώγησης αισθημάτων. Η ικανότητες του, όμως, του είχαν φουσκώσει αρκετά το μυαλό.
«Μεγάλη μας τιμή που είσαι απόψε μαζί μας Άλμπερτ. Ποιο ποταπό σου ένστικτο απ' όλα χρειάστηκε να δαμάσεις για να βρεις το δρόμο;» του είπε ο Άρβιν και τον κάρφωσε με το βλέμμα του.
Το αυτάρεσκο χαμόγελο του Άλμπερτ έσβησε από τα χείλη του.
«Συγνώμη Άρβιν». Είπε χαμηλόφωνα και κάθισε σιωπηλός στη θέση που καθόταν πάντα όταν η ομάδα συναντιόταν.
«Δε θέλω να σας χαλάσω το κέφι, μα πρέπει να συγκροτηθούμε. Αυτά που έμαθα με προβλημάτισαν. Θα χρειαστεί να δράσουμε σύντομα», είπε ο Άρβιν με σοβαρό ύφος, ξεκινώντας και επίσημα τη συνάντηση.
 «Οι παραβιάσεις των συνόρων του οικισμού μας, έχουν αρχίσει να πληθαίνουν. Είναι υποχρέωση μας να τις αντικρούσουμε». Συνέχισε ο Άρβιν και οι άντρες γύρω του ανακάθισαν ανήσυχα στις θέσεις τους, σε απόλυτη ετοιμότητα να ακολουθήσουν τις εντολές του.
«Δεν έχουμε να κάνουμε με ανθρώπινα όντα αυτή τη φορά. Οπότε ξέρετε καλά τι πρέπει να κάνετε», τους είπε πάλι και τους κοίταξε αποφασιστικά στα μάτια.
«Επίθεση.. με πρόθεση το θάνατο του αντιπάλου!» είπε ένας από τους άντρες και χτύπησε με δύναμη την παλάμη του στο μπράτσο της καρέκλας που καθόταν.
«Ακριβώς!», απάντησε ο Άρβιν. «Δεν αφήνουμε κανέναν ζωντανό! Πολεμάμε μέχρι θανάτου».
«Πώς θα μοιράσουμε τις ομάδες;» ρώτησε ένας άλλος.
«Θα είμαστε όλοι έξω κάθε βράδυ περιμετρικά του οικισμού. Δεν περισσεύει κανείς. Η επικοινωνία μεταξύ μας είναι το κλειδί της επιτυχίας σε αυτή τη φάση». του απάντησε ο Αρβίν.
«Ξέρουμε τον εχθρό Άρβιν;», ρώτησε τότε ο Άλμπερτ και το βλέμμα του σκοτείνιασε. Καταλάβαινε πως από τη στιγμή που δεν είχαν να κάνουν με απλούς θνητούς, τα πράγματα θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολα και επικίνδυνα για όλους τους.
Ο Άρβιν γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος του και τον κοίταξε. Τα γκριζοπράσινα μάτια του γέμισαν ανησυχία. Μια ανησυχία που μόνον ο Άλμπερτ μπορούσε να διαβάσει καθαρά.
«Ο εχθρός είναι σαν και εμάς» του είπε, προσπαθώντας να κρύψει την απογοήτευση που υπήρχε στο τόνο της φωνής του.
«Λυκάνθρωποι; Μα γιατί;» ρώτησε με απορία ένας από τους συγκεντρωμένους άντρες.
«Ποιοι είναι; Τους ξέρουμε;», ρώτησε νευριασμένα ένας άλλος.
Η  διάθεση των αντρών είχε αρχίσει να ηλεκτρίζει επικίνδυνα την ατμόσφαιρα του δωματίου. Τα νέα πυροδότησαν αμέσως ψιθύρους δυσαρέσκειας μεταξύ τους. Κανείς τους δεν ήθελε να εμπλακεί σε τέτοιου είδους μάχη. Πέρα του ότι θα ήταν αιματηρή, θα ήταν και ιδιαίτερα επώδυνη. Σε μια εποχή που τα νούμερα τους μειωνόταν κάθε μέρα, εξαιτίας της κυριαρχίας των ανθρώπων πάνω στη φύση, το να σκοτώνουν τους δικούς τους φάνταζε παράλογο.
«Καταλαβαίνω τη δυσαρέσκεια σας, πιστέψτε με. Είμαστε, όμως, εδώ για να προστατέψουμε τα σύνορά μας. Αυτή είναι η αποστολή μας και αυτό θα κάνουμε», είπε ο Άρβιν, θέλοντας να δώσει τέλος στο γενικότερο κλίμα δυσαρέσκειας που είχε γεμίσει ασφυκτικά το δωμάτιο.
«Ποιοι είναι Άρβιν; Πρέπει να ξέρουμε», του ανταπάντησε ένας από τους άντρες, εμφανώς εκνευρισμένος με όσα άκουγε.
«Η ομάδα του Ούλρικ», απάντησε ο Άρβιν απρόθυμα και έγειρε στην πλάτη της πολυθρόνας προβληματισμένος.
«Μα αυτοί ζούνε στην πόλη!» είπε ο άντρας που κάθονταν δίπλα του, κοιτώντας τον γεμάτος απορία.  
«Τι μπορεί να τους τράβηξε εδώ έξω; Δεν έχουμε τίποτα που να χρειάζονται», συμπλήρωσε ένας άλλος χαμηλόφωνα.
Ο Άλμπερτ κοίταξε το πρόσωπο του Άρβιν, δίχως να κουνηθεί απ' την θέση του. Ο Άρβιν είχε φορέσει για ακόμη μια φορά τη μάσκα της σοβαρότητας. Κανείς πια δεν μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις του.
«Ειλικρινά; Δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Μόλις ανακαλύψω τι συμβαίνει, να είστε σίγουροι πως θα σας ενημερώσω», τους απάντησε ο Άρβιν και με μια χαρακτηριστική κίνηση του χεριού του, σήμανε το τέλος της συνάντησης. 

6 σχόλια:

ღ oneiremataღ είπε...

δυνατό κείμενο, σε κεντρίζει παρόλο που το μέγεθός του στην αρχή με τρόμαξε το διάβασα με ιδιαίτερη ευχαρίστηση...υπέροχο!!!

Eirini είπε...

Πολυ ωραιο το καιφαλαιο μου κρατησε το ενδιαφερον (οπως παντα). Ανυπομονω για την συνεχεια!!
Παρεπιπτοντως βγηκε το cover απο Kresley Cole Lothaire! Εγω ξετρελαθηκα δεν ξερω για σενα ανυπομονω να ερθει ο Ιανουαριος και μετα να δουμε και Melanthe!!

anidifranco είπε...

@oneiremata Φίλη μου σε ευχαριστώ πολύ που τη διάβασες και σε ευχαριστώ επίσης και για τα πολύ καλά σου λόγια. μ' αρέσει πολύ το μπλόγκ σου και η ευαισθησία σου και με χαροποιεί που πέρασες από εδώ:) Συγνώμη που άργησα τόσο να απαντήσω...

anidifranco είπε...

@Eirini Καλώς την! καλημέρα καλή μου:) Χαίρομαι που σου άρεσε και αυτό το κεφάλαιο, μπαίνουμε στην πλοκή επιτέλους. θα το τσεκάρω για το καινούργιο βιβλίο που λες, αλλά αυτό τον καιρό έχω φάει ένα κόλλημα με την 3λογία Αγώνες Πείνας και θέλω τώρα να πάρω και την "'Άπνοια"..να δω τι θα πρωτοδιαβάσω αυτό το καλοκαίρι :)

Blackpoppy είπε...

geia s.! diavasa k t 13 kefalaia k pisteyw pws einai ola kataplhktika.!!! elpizw n er8ei syntoma h synexeia afou s ligo paw diakopes k d 8 h8ela n t xasw.!! synexise tn e3airetikh douleia.!!! filiaaa

anidifranco είπε...

@Blackpoppy καλώς όρισες και σ' ευχαριστώ για το σχόλιο σου. Θα κάνω και άλλη ανάρτηση σύντομα, ελπίζω να σε προλάβω :) Σ' ευχαριστώ πολύ πολύ για το ενδιαφέρον σου στην ιστορία