Romance and Urban Fantasy Lit

  • Kelley Armstrong, J.R.Ward, Charlaine Harris, L.J. Smith, Kresley Cole, Gena Showalter

What is this place?

Έχω αλλάξει πολλές γνώμες για αυτό το χώρο και όχι άδικα. Η συγγραφή είναι δύσκολη και επίπονη δουλειά, απαιτεί πολύ γράψε-σβήσε…Η ιστορία που ξεκίνησα πριν κάποιους μήνες παίρνει λοιπόν καινούργια μορφή, επιδιώκει να γίνει καλύτερη –αλλά όχι τέλεια- οπότε τα σχόλια σας δεν θα είναι μόνο χρήσιμα, αλλά και απαραίτητα.

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Κεφάλαιο 12ο Ο Οικισμός


Η Σαλίνα στεκόταν ήδη στην μεγάλη, ξύλινη βεράντα του σπιτιού της, όταν είδε το τζιπ να πλησιάσει. Δεν χρειάστηκε καν να τεντωθεί. Η τέλεια όραση της, της επέτρεπε να δει  καθαρά τις φιγούρες μέσα του. Βόλεψε απαλά πίσω από το ένα της αυτί την τούφα που ξέφυγε από τα μακριά, κατάμαυρα μαλλιά της και σταύρωσε τα χέρια της πάνω στο στήθος της. Τα μάτια της συγκεντρώθηκαν σ' αυτό που έβλεπε. Η κοπέλα δίπλα στον Άρβιν είχε καστανόξανθα μακριά μαλλιά και λευκή επιδερμίδα. Τα μάτια της είχαν ένα σπάνιο πράσινο χρώμα. Της θύμιζαν πολύτιμους λίθους, μια και άλλαζαν χρώμα σε κάθε παιχνίδι που έκανε μαζί τους το φως.
Καθώς θαύμαζε τα τόσο μοναδικά χαρακτηριστικά της κοπέλας, η έκφραση της Σαλίνα γέμισε ξαφνικά ανησυχία. Τίποτα από όσα έβλεπε δεν της θύμιζε τα χαρακτηριστικά των πλασμάτων που κατοικούσαν σε αυτό τον οικισμό. Το λευκό της δέρμα ερχόταν σε απόλυτη αντίθεση με το μελαψό δέρμα των δικών της ανθρώπων. Δεν ήταν αυτό όμως που την ανησυχούσε τόσο. Το δέρμα των δικών της ανθρώπων σκούραινε πάντα μετά την αλλαγή. Η βαθιά σοκολατένια απόχρωση που αποκτούσε ήταν το αποτέλεσμα πολλών μεταμορφώσεων. Αυτό που την απασχολούσε πιο πολύ ήταν το ανοιχτό χρώμα των μαλλιών και των ματιών της. Αιώνες δεισιδαιμονίας και πολέμων μεταξύ των ειδών είχαν γαλουχήσει το υποσυνείδητο των λυκανθρώπων με τέτοιο τρόπο, ώστε στη θέα τέτοιων χρωμάτων το μυαλό τους ψέλλιζε μόνον μια λέξη: εχθρός! Πανικός άρχισε να γεμίζει σιγά-σιγά την καρδιά της Σαλίνα. Όχι μόνο δεν θα την καλοδεχόταν κανείς σ' αυτό τον οικισμό, αλλά πλέον είχε αρχίσει να ανησυχεί σοβαρά για το αν θα την αφήσουν να ζήσει κιόλας.
«Έρχεται η 'αρχηγός' της αγέλης;» Ακούστηκε πίσω της η ειρωνική φωνή της Σάνια και η Σαλίνα έσκυψε το κεφάλι της απογοητευμένη.
 Αρχίσαμε σκέφτηκε. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να υποδεχτεί την Στεφανία παρουσία της Σάνιας. Η γυναίκα αυτή είχε όλα τα χαρακτηριστικά των αρσενικών της αγέλης: ανταγωνιστικότητα, κτητικότητα και το θάρρος της γνώμης της, το οποίο διασκέδαζε αφάνταστα να επιβάλλει στους γύρω της. Μέρες τώρα δηλητηρίαζε τα μυαλά όσων είχαν την υπομονή να συναναστραφούν μαζί της με ιστορίες για τη Στεφανία. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, η φήμη πως η άφιξη της Στεφανίας στον οικισμό είχε ως μοναδικό στόχο τη διεκδίκηση του βιολογικού της δικαιώματος στην ιεραρχία κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα. Η υψηλή θέση του πατέρα της βοήθησε αρκετά στο να γίνει η φήμη απολύτως πιστευτή απ’ όλους. Αυτό, όμως, που δεν γνώριζαν οι πιο πολλοί είναι ότι η Στεφανία ήταν ακόμη θνητή και η διαδοχή στην ιεραρχία παρέμενε για την ώρα καθαρά ανδρικό σπορ. Όταν οι υποψήφιοι για την αρχηγία είναι πολλοί, οι κανόνες επιτάσσουν την διεξαγωγή μάχης μέχρι θανάτου. Το τελευταίο πράγμα που χρειάζονταν αυτή τη στιγμή η Στεφανία ήταν να βρεθεί στη μέση μιας τέτοιας μάχης.
Με τον Κάϊλ να λείπει, ο άχαρος ρόλος του ειρηνοποιού είχε πέσει πάνω της. Η Σαλίνα είχε αναγκαστεί να απειλήσει την Σάνια για να την φρενάρει. Τίποτα, όμως, δεν φρέναρε αυτό το θηλυκό, ειδικά τώρα που ήξερε πως ο Άρβιν ήταν αυτός που είχε επιλέξει ο Κάϊλ για να συνοδεύσει την Στεφανία στον οικισμό. Τα μάτια της είχαν γίνει κόκκινα σαν τη φωτιά, όταν το άκουσε. Η προϊστορία της μαζί του την έκανε να πιστεύει -βλακωδώς- πως, όταν έρθει η ώρα, ο Άρβιν θα την διάλεγε για ταίρι του. Δεν ήθελε με τίποτα να δεχτεί την αλήθεια. Ότι ο Άρβιν, δηλαδή, εκτελούσε απλά τις εντολές των γηραιότερων, όταν τον πρόσταξαν να ξαπλώσει μαζί της για να επιταχυνθεί η αλλαγή της. Ο Άρβιν δεν μπορούσε να τους παρακούσει, μια και ήταν η σειρά του να συνεισφέρει στη διαδικασία. Έκανε απλά αυτό που έκαναν και χιλιάδες αρσενικά δίχως ταίρι πριν από αυτόν: το καθήκον του προς τα νεαρά θηλυκά της αγέλης, τα οποία δυσκολευόταν να μεταμορφωθούν.
Η Σαλίνα γύρισε προς το μέρος της Σάνια και την κοίταξε αυστηρά. «Δε θα πεις κουβέντα, Σάνια. Δέχτηκα να είσαι παρούσα, με πολύ δυσκολία. Σε προειδοποιώ, αν ξεστομίσεις το παραμικρό, πικρόχολο σχόλιο μπροστά της, θα ψάχνεις να βρεις τη γλώσσα σου στον πάτο της λίμνης». Η έκφραση της Σάνια σκοτείνιασε στιγμιαία. Ήξερε πως δεν μπορούσε να αγνοήσει τις διαταγές της συντρόφου του αρχηγού της αγέλης και η νευριασμένη σιωπή της έκανα την Σαλίνα να χαμογελάσει κρυφά.

Το τζιπ σταμάτησε στην είσοδο του οικισμού και τα μάτια της Στεφανίας καταβρόχθισαν με μανία το τοπίο. Ψηλά δέντρα  με πλούσιο φύλλωμα περικύκλωναν ένα κυκλικό ξέφωτο διάσπαρτο με λουλούδια διαφόρων χρωμάτων. Η ευωδία τους γαργάλισε τη μύτη της και έκλεισε τα μάτια της για να την απολαύσει. Τα πρώτα σπίτια που είδε την έκαναν να χαμογελάσει. Όλα ήταν όπως τα είχε φανταστεί. Μεγαλοπρεπείς αγροικίες με χοντρούς τοίχους από γκρίζα πέτρα και ξύλινες σκεπές. Στο βάθος μπορούσε να δει τους καταπράσινους λόφους της πεδιάδας και στους πρόποδες τους διέκρινε τις κορυφές χιλιάδων δέντρων, που λικνίζονταν ελαφρά στο απαλό αεράκι του φθινοπώρου. Η ζεστασιά του ήλιου, το υπέροχο, λαμπερό φως του, έκανε τις εικόνες που έβλεπε τώρα μπροστά της ακόμη πιο αστραφτερές, ακόμη πιο όμορφες. Η Στεφανία αναστέναξε ικανοποιημένη, καθώς κατέβηκε από το τζιπ. Ένιωθε πως ένα όνειρο της είχε μόλις πραγματοποιηθεί. Τι απρόσμενη ευλογία να δω επιτέλους το δάσος. Σκέφτηκε και δεν προσπάθησε να κρύψει το πλατύ χαμόγελο που είχε σχηματιστεί στα χείλη της.
Ο Άρβιν  στάθηκε δίπλα της. Το ύφος του δεν είχε αλλάξει και πολύ μετά από την τελευταία τους κουβέντα. Το πρόσωπο του ήταν μια σκληρή μάσκα σοβαρότητας, λες και δεν ήθελε κανείς γύρω του να διαβάσει τις σκέψεις του. Κοιτώντας τον με την άκρη του ματιού της, η Στεφανία συνειδητοποίησε πως, όσο τον παρατηρούσε, όλα και περισσότερα καταλάβαινε γι' αυτόν τον τόσο όμορφο, μα ευέξαπτο άντρα. Όρθωσε το σώμα του και στάθηκε προσοχή, καθώς οι δύο γυναίκες ήρθαν προς το μέρος τους. Η πρώτη φορούσε ένα μακρύ, θηλυκό, βελούδινο φόρεμα στο χρώμα του σμαραγδιού, που τόνιζε το καλοσχηματισμένο και πλούσιο σώμα της. Είχε πολύ μακριά, κατάμαυρα μαλλιά. Το δέρμα της είχε το ελκυστικό καφέ χρώμα της σοκολάτας και έλαμπε στο φως του ήλιου που το χάιδευε. Τα μάτια της είχαν ένα απίστευτα ζεστό μελί χρώμα. Πόσο όμορφη! Σκέφτηκε η Στεφανία κοιτάζοντας την με ανοιχτό το στόμα.
Η γυναίκα που στεκόταν δίπλα της, όμως, ήταν ακόμη πιο όμορφη. Τα σκούρα καστανά μαλλιά της έπεφταν ελεύθερα στους πανέμορφους ώμους της και το στενό, κατάλευκο φόρεμα που φορούσε τόνιζε την σκούρα επιδερμίδα του προσώπου της και αγκάλιαζε προκλητικά το αψεγάδιαστο σώμα της. Τα μάτια της όμως -που δεν ξεκόλλησαν στιγμή από πάνω της- είχαν κάτι το μοχθηρό, το απειλητικό. Η Στεφανία ξεροκατάπιε και έκανε ένα βήμα προς τα πίσω ενστικτωδώς.
Ο Άρβιν βγήκε με μια μπροστά της και υποκλίθηκε ελαφρώς μπροστά στην πρώτη γυναίκα. Υποκλίθηκε και εκείνη και του χαμογέλασε ζεστά.
«Σαλίνα, χαίρομαι που σε βρίσκω το ίδιο καλά, όπως σε άφησα», της είπε και της ανταπόδωσε το χαμόγελο.
«Καλώς ήρθες, Άρβιν. Οι άντρες σου σε αναζητούν μέρες τώρα. Κυκλοφορούν στον οικισμό σαν χαμένα κουτάβια», του είπε και το χαμόγελο της έγινε ακόμη πιο ζεστό και φιλικό.  
«Ξέρεις καλά πως δεν το διαλέγω να είμαι εκτός, ακριβώς επειδή ξέρω το χάος που αφήνω πίσω μου κάθε φορά», της απάντησε χαμογελώντας και γύρισε το βλέμμα του στη Στεφανία, που παρακολουθούσε τη συνομιλία με μεγάλο ενδιαφέρον.
«Σαλίνα, να σου γνωρίσω τη Στεφανία, την κόρη του Άλες. Θα μείνει μαζί σου για λίγο καιρό», είπε και με το χέρι του άγγιξε ελαφρά τον αγκώνα της για να την φέρει πιο κοντά. Ένα χαμηλό γρύλισμα ακούστηκε από την πλευρά της Σάνια και η Στεφανία δεν τόλμησε να κινηθεί προς τα εμπρός.
Το βλέμμα του Άρβιν καρφώθηκε πάνω στο όμορφο πρόσωπο της Σάνια. «Έχεις κάτι να πεις Σάνια;», τη ρώτησε με αυστηρό τόνο.
«Η Σάνια δεν έχει τίποτα απολύτως να πει, Άρβιν», πετάχτηκε τότε η Σαλίνα. «Τότε καλά θα κάνει να συγκρατεί τον εαυτό της μπροστά μου», ανταπάντησε ο Άρβιν και το αυστηρό του βλέμμα δεν άφησε λεπτό το πρόσωπο της Σάνια, που είχε αρχίσει να γεμίζει θυμό. Άνοιξε το στόμα της να μιλήσει και, πριν προλάβει, η οργισμένη φωνή του Άρβιν αντήχησε εκκωφαντικά στο ξέφωτο.
 «ΟΥΤΕ ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΣΑΝΙΑ.! Θα μάθεις τη θέση σου και θα σέβεσαι αυτά που σου λέω».
   Η σιωπή που απλώθηκε στο χώρο ήταν ανατριχιαστική. Η φωνή του Άρβιν είχε σχεδόν τρυπήσει τα τύμπανα της Στεφανίας που, αν και τον κοιτούσε εμβρόντητη, δεν μπορούσε παρά να θαυμάσει την επιβλητική του έκφραση, τη δύναμη που ένιωσε να εκπέμπει εκείνη τη στιγμή το θαυμάσιο κορμί του.
   Η Σαλίνα άπλωσε το χέρι της και την άρπαξε βιαστικά απ' το μπράτσο, κάνοντας την να βγει για λίγο από τη δίνη των συναισθημάτων στην οποία είχε πέσει κοιτώντας τον Άρβιν.
«Έλα Στεφανία, πάμε να σου δείξω το σπίτι και να τα πούμε με την ησυχία μας», είπε όσο πιο γλυκά μπορούσε και την τράβηξε βιαστικά μαζί της. Καθώς ανέβαινε τα σκαλιά που οδηγούσαν στην είσοδο του σπιτιού, η Στεφανία είδε μια ομάδα νέων, γεροδεμένων αντρών να βγαίνει από το δάσος που περικύκλωνε το ξέφωτο και να κατευθύνεται προς το μέρος του Άρβιν με επιφωνήματα χαράς.

 Ένα ζεστό άρωμα από σανταλόξυλο και κανέλα χάιδεψαν ηδονιστικά την μύτη της, καθώς μπήκε στο χώρο του καθιστικού. Η Στεφανία έμεινε για λίγο ακίνητη στην άκρη του δωματίου με το βλέμμα της να περιπλανιέται σε κάθε γωνιά του. Κατέγραψε τα χρώματα και τα σχήματα που εναλλασσόταν μπροστά της. Ο χώρος φάνταζε τεράστιος. Τα ψηλά παράθυρα που τον φώτιζαν, έμοιαζε να ρουφούν τις αχτίδες του απογευματινού ήλιου που έδυε. Μέσα από το τζάμι οι αχτίδες φιλτράρονταν σε διάφορα χρώματα. Η αντανάκλαση τους έπεφτε στους πέτρινους τοίχους του δωματίου και τους έδινε μια χρυσαφένια λάμψη. Το πάτωμα ήταν ξύλινο, το χρώμα του ένα βαθύ καφέ. Πάνω του υπήρχαν δεκάδες πολύχρωμα και περίτεχνα υφασμένα χαλιά. Το κόκκινο, το καφέ και το πορτοκαλί χρώμα δέσποζε πάνω σε κάθε επιφάνεια των επίπλων και του εδάφους. Το τζάκι έστεκε αναμμένο στο κέντρο του δωματίου και γύρω του ήταν συγκεντρωμένοι 3 καναπέδες σε ημικύκλιο. Ο τρόπος που ήταν τοποθετημένοι σε συνδυασμό με τις δεκάδες γκραβούρες και πίνακες που κρεμόταν από τους τοίχους, έκαναν το δωμάτιο να μοιάζει με χώρο συνάντησης κάποιας μυστικής λέσχης. Ο πίνακας που κρεμόταν πάνω από το μεγάλο τζάκι τράβηξε το βλέμμα της και τον πλησίασε για να τον εξερευνήσει.
Η ζωγραφιά ήταν ασπρόμαυρή. Πάνω της διέκρινε έναν τεράστιο βράχο στο χείλος ενός φαραγγιού. Το φεγγάρι στη μέση της ζωγραφιάς ήταν ασυνήθιστα μεγάλο. Αν και του έλειπε το χρώμα, η λάμψη του έδειχνε εκτυφλωτική! Τέσσερις γκριζόμαυροι λύκοι καθόταν στο βράχο, με την μουσούδα τους σηκωμένη προς το φεγγάρι και στη μέση…στη μέση στεκόταν μια φιγούρα που δεν θύμιζε ούτε λύκο, μα ούτε άνθρωπο. Το στόμα της Στεφανίας στέγνωσε και μια περίεργη αίσθηση την πλημμύρισε. Ένιωσε μέσα της μια αύρα οικειότητας με την παράξενη φιγούρα της ζωγραφιάς. Σαν να θυμήθηκε ξαφνικά κάτι που πίστευε πως είχε ξεχάσει. Σαν να έβλεπε ένα πρόσωπο στο πλήθος, το οποίο το ήξερε, μα είχε πια ξεχάσει το όνομα του.
«Λυκάνθρωποι» ακούστηκε η φωνή της Σαλίνας πίσω της και η Στεφανία αναπήδησε τρομαγμένη.
«Για κάποιο λόγο νιώθω ότι κάπου την έχω ξαναδεί αυτή τη φωτογραφία», της απάντησε η Στεφανία, μόλις κατάφερε να συνέλθει λίγο από την ξαφνική της είσοδο στο δωμάτιο.
«Οι φωτογραφίες τους κυκλοφορούν ευρέως Στεφανία. Η ύπαρξη τους είναι πλέον προϊόν προς κατανάλωση. Ταινίες, βιβλία και λαϊκοί μύθοι απ' όλο τον κόσμο πασχίζουν να τους εξηγήσουν και να τους κατηγοριοποιήσουν, ώστε να τους κάνουν ακίνδυνους για τους ανθρώπους. Άλλοι πάλι προτιμούν να τους δαιμονοποιήσουν για να τους εξολοθρέψουν όσο πιο γρήγορα και εύκολα γίνεται», της είπε η Σαλίνα και της έδωσε μια μεγάλη κούπα με αχνιστό τσάι.
Το ρόφημα είχε θεϊκή μυρωδιά και η Στεφανία αγκάλιασε την κούπα με τα δύο της χέρια, έκλεισε τα μάτια της και εισέπνευσε τον ατμό που έβγαινε από το άνοιγμα της.
Η Σαλίνα έμεινε να την κοιτά με μια γλυκιά έκφραση στο πρόσωπο της. «Έλα να κάτσουμε Στεφανία», της είπε και της έδειξε έναν από τους άνετους καναπέδες μπροστά από το τζάκι. Η Στεφανία την ακολούθησε πρόθυμα.
«Ξέρεις, οι λυκάνθρωποι είναι πολύ παρεξηγημένες φιγούρες της κουλτούρας μας», ξεκίνησε πάλι να λέει η Σαλίνα και η Στεφανία ακούμπησε στην πλάτη του άνετου καναπέ και της έδωσε την απόλυτη προσοχή της. Για κάποιο λόγο ήθελε να ακούσει όσα είχε να της πει. Πιθανώς γιατί οι φανταστικές ιστορίες και οι μύθοι ήταν πάντα μια από τις μεγάλες της αγάπες καθώς μεγάλωνε. Καταβρόχθιζε με μανία όποιο βιβλίο με εξωπραγματικά όντα έπεφτε στα χέρια της. Αγαπούσε ιδιαίτερα τις ιστορίες όπου οι ηρωίδες είχαν ειδικές δυνάμεις και η δύναμη τους ξεπερνούσε αυτή των ηρώων. Με τα χρόνια βέβαια τα παράτησε όλα αυτά. Δεν είχε την πολυτέλεια να ζει σε έναν φανταστικό κόσμο. Οι υποχρεώσεις την κυνηγούσαν. Η δουλειά -όποια και αν ήταν αυτή κατά καιρούς- μονοπωλούσε τις μέρες της. Κάπου-κάπου, όταν οι καταστάσεις γινόταν πιεστικές, παρηγορούσε τον εαυτό της λέγοντας πως είναι και αυτή σαν τις ηρωίδες των βιβλίων που διάβαζε μικρή. Μια ηρωίδα της καθημερινότητας δηλαδή, μόνον που οι δικοί της «δράκοι» και «δαίμονες» ήταν πολύ πιο αληθινοί και θανάσιμοι.
«Στεφανία,  δεν νομίζω πως με παρακολουθείς». Η ζεστή φωνή της Σαλίνας την έβγαλε από τις σκέψεις της.
 «Δεν είναι αυτό. Σκεφτόμουν απλά πόσο παιδί του σήμερα είμαι τώρα τελευταία», της απάντησε η Στεφανία, θέλοντας να απολογηθεί.
«Κάθε άλλο παρά παιδί του σήμερα είσαι Στεφανία. Απλά δεν το ξέρεις», της απάντησε η Σαλίνα. Το ύφος της είχε σοβαρέψει απότομα και η Στεφανία άρχισε να την κοιτάει συνοφρυωμένη. «Ο πατέρας σου Στεφανία προέρχεται από μια οικογένεια, οι ρίζες της οποίας πάνε πολύ πίσω στους αιώνες. Μερικοί λένε μάλιστα, ότι η καταγωγή του είναι από την «πηγή».. την αρχή της…της φυλής μας», συνέχισε κάπως πιο διστακτικά τώρα η Σαλίνα.
Η φυλή, η ομάδα, τα αναθεματισμένα τα γονίδια! Τι σημαίνουν όλα αυτά; Αναρωτήθηκε εκείνη την στιγμή η Στεφανία και η έκφραση της πλέον γέμισε δυσπιστία για όσα άκουγε, όσα έβλεπε και όσα της συνεβαίναν τελευταία. Ένιωσε  έντονα την ανάγκη να σηκωθεί από τον καναπέ, να ευχαριστήσει τη Σαλίνα και να γυρίσει στο δωματιάκι της στην πόλη.
Η Σαλίνα σαν να διάβασε τις σκέψεις της. «Είμαστε εδώ για να σε βοηθήσουμε Στεφανία. Είμαστε η οικογένεια σου τώρα πια», της είπε, θέλοντας να την πείσει πάση θυσία για τις καλές τους προθέσεις.
«Δε χρειάζομαι βοήθεια! Είμαι μία χαρά!», απάντησε η Στεφανία, υψώνοντας τη φωνή της. Είχε αρχίσει να πιστεύει σοβαρά πλέον πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά με όλους αυτούς τους ανθρώπους. Η σκέψη της είχε αρχίσει να παίρνει περίεργα μονοπάτια όσο περνούσε η ώρα. Το μόνο που ήθελε ήταν να γυρίσει σπίτι της.
«Μην τρομάζεις Στεφανία, δεν είναι τόσο κακό να μάθεις την αλήθεια για τους γονείς σου. Βλέπεις, από όσο γνωρίζουμε, είσαι μοναδική! Η πρώτη του είδους σου. Θα πρέπει να μάθεις κάποια πράγματα τώρα αν είναι στο μέλλον να ηγηθείς της ομάδας. Μα πρέπει να μ' αφήσεις να σου εξηγήσω, να με ακούσεις». Η φωνή της Σαλίνα τώρα έτρεμε από την προσπάθεια και την αγωνιά πως τα όσα έλεγε θα τρόμαζαν την Στεφανία ακόμη περισσότερο.
«Μοναδική; Να ηγηθώ της ομάδας; Έχεις τρελαθεί; Είσαστε όλοι τρελοί», ψιθύρισε η Στεφανία, κοιτώντας την τρομαγμένη. Δίχως να το πολυσκεφτεί, σηκώθηκε με φόρα από τον καναπέ και κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα, κρατώντας ακόμη στα χέρια της τη ζεστή κούπα με το τσάι.
«Στεφάνια, στάσου!», της φώναξε η Σαλίνα και σηκώθηκε να την ακολουθήσει.
Η Στεφανία την αγνόησε και επιτάχυνε το βήμα της. Πρέπει να φύγω από δω μέσα, έλεγε και ξαναέλεγε μέσα στο μυαλό της.
Άνοιξε τη βαριά εξώπορτα της αγροικίας και το άρωμα της νύχτας, που μόλις είχε ξεκινήσει, τη χτύπησε στο πρόσωπο. Κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά της βεράντας. Πριν τα πόδια της πατήσουν στο γρασίδι, το βλέμμα ενός τεράστιου, κατάμαυρου λύκου την καθήλωσε. Τα λαμπερά του μάτια έμοιαζαν με πορφυρές φωτιές που φώτιζαν αχνά το σκοτάδι. Το παχύ τρίχωμα που κάλυπτε τα μπράτσα και τα πόδια του ήταν ευκρινέστατο. Μα στεκόταν όρθιος! Το σώμα του θύμιζε αυτό ανθρώπου: τα άκρα του ήταν μακριά, το στέρνο και τα μπράτσα του ήταν τεράστια, γεμάτα με μυείς που διαγραφόταν πεντακάθαρα στο λιγοστό φως της νύχτας. Στο μυαλό της Στεφανίας ήρθε αστραπιαία η ζωγραφιά που μόλις είχε δει πάνω απ' το τζάκι. Η κούπα με το τσάι έπεσε απ' το χέρι της. Ο λύκος απέναντι της έκανε ένα ήχο που της ακούστηκε σαν κλαψούρισμα και σήκωσε το χέρι του προς το μέρος της. Τα τεράστια, γαμψά του νύχια άστραψαν στο φως του φεγγαριού και η Στεφανία σωριάστηκε στο έδαφος, καθώς το μυαλό της παραιτήθηκε.
Η Σαλίνα κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά της βεράντας και στάθηκε πάνω από το λιπόθυμο σώμα της. «Μια χαρά τα κατάφερες, Κάιλ!», φώναξε θυμωμένα στον άντρα που στεκόταν τώρα μπροστά της.  


8 σχόλια:

Eirini είπε...

Apla teleio!! Anipomono na do ti tha gini me Sania/Stephania mirizome ksemaliasma:P Elpizo toulaxiston o Arvin na kani kati.
Kali sou mera
Filia EIrini

anidifranco είπε...

@Ειρήνη Τελικά εσύ έχεις γίνει σταθερή αξία σε αυτό το μπλογκ και πολύ το χαίρομαι:)Δεν υπάρχουν μαλλιοτραβήγματα στις ιστορίες μου, αλλά, πιστεύω ότι η συνέχεια θα σου κρατήσει το ενδιαφέρον. Και πάλι ευχαριστώ τόσο για τα σχόλια σου!!!Να' σαι καλά :)

cloudsinthemirror είπε...

Υπάρχουν υπαρξιακές αντιθέσεις στα όσα διάβασα. Καλή δουλειά!

anidifranco είπε...

@cloudsinthemorror καλώς όρισες και σ' ευχαριστώ για το σχόλιο σου, αν και δεν αντιλαμβάνομαι ακριβώς τι εννοείς με το 'υπαρξιακές αντιθέσεις'. Αν θέλεις εξήγησε μου τι εννοείς, θα με ενδιέφερε να το μάθω:)Καλημέρα!

Bizoux είπε...

Λείπει ένα κεφάλαιο κοπελιά.... :P:P:P
Ωραία που ξανάρχισες την ιστορία, χάρηκα που την ξαναδιάβασα

anidifranco είπε...

@Bizoux Καλά που το πρόσεξες!!Δεν λείπει κεφάλαιο, απλά λάθος ήταν η αρίθμηση. Χαχαχα. Το άλλαξα. Χαίρομαι που είσαι εδώ (ξανά):)

Δημήτρης Αργασταράς είπε...

Χαίρομαι που διάβασα πάλι κάτι δικό σου... Έχεις δίκιο η συγγραφή είναι δύσκολη και επίπονη δουλειά (εκτός από την τέχνη της έχει και την χειρονακτική της..)

Τα λέμε...

anidifranco είπε...

@Δημήτρης Αργασταράς Καλημέρα Δημήτρη και σ' ευχαριστώ που πέρασες και πάλι από εδώ. Να' σαι καλά:)