Romance and Urban Fantasy Lit

  • Kelley Armstrong, J.R.Ward, Charlaine Harris, L.J. Smith, Kresley Cole, Gena Showalter

What is this place?

Έχω αλλάξει πολλές γνώμες για αυτό το χώρο και όχι άδικα. Η συγγραφή είναι δύσκολη και επίπονη δουλειά, απαιτεί πολύ γράψε-σβήσε…Η ιστορία που ξεκίνησα πριν κάποιους μήνες παίρνει λοιπόν καινούργια μορφή, επιδιώκει να γίνει καλύτερη –αλλά όχι τέλεια- οπότε τα σχόλια σας δεν θα είναι μόνο χρήσιμα, αλλά και απαραίτητα.

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Κεφάλαιο 12ο Ο Οικισμός


Η Σαλίνα στεκόταν ήδη στην μεγάλη, ξύλινη βεράντα του σπιτιού της, όταν είδε το τζιπ να πλησιάσει. Δεν χρειάστηκε καν να τεντωθεί. Η τέλεια όραση της, της επέτρεπε να δει  καθαρά τις φιγούρες μέσα του. Βόλεψε απαλά πίσω από το ένα της αυτί την τούφα που ξέφυγε από τα μακριά, κατάμαυρα μαλλιά της και σταύρωσε τα χέρια της πάνω στο στήθος της. Τα μάτια της συγκεντρώθηκαν σ' αυτό που έβλεπε. Η κοπέλα δίπλα στον Άρβιν είχε καστανόξανθα μακριά μαλλιά και λευκή επιδερμίδα. Τα μάτια της είχαν ένα σπάνιο πράσινο χρώμα. Της θύμιζαν πολύτιμους λίθους, μια και άλλαζαν χρώμα σε κάθε παιχνίδι που έκανε μαζί τους το φως.
Καθώς θαύμαζε τα τόσο μοναδικά χαρακτηριστικά της κοπέλας, η έκφραση της Σαλίνα γέμισε ξαφνικά ανησυχία. Τίποτα από όσα έβλεπε δεν της θύμιζε τα χαρακτηριστικά των πλασμάτων που κατοικούσαν σε αυτό τον οικισμό. Το λευκό της δέρμα ερχόταν σε απόλυτη αντίθεση με το μελαψό δέρμα των δικών της ανθρώπων. Δεν ήταν αυτό όμως που την ανησυχούσε τόσο. Το δέρμα των δικών της ανθρώπων σκούραινε πάντα μετά την αλλαγή. Η βαθιά σοκολατένια απόχρωση που αποκτούσε ήταν το αποτέλεσμα πολλών μεταμορφώσεων. Αυτό που την απασχολούσε πιο πολύ ήταν το ανοιχτό χρώμα των μαλλιών και των ματιών της. Αιώνες δεισιδαιμονίας και πολέμων μεταξύ των ειδών είχαν γαλουχήσει το υποσυνείδητο των λυκανθρώπων με τέτοιο τρόπο, ώστε στη θέα τέτοιων χρωμάτων το μυαλό τους ψέλλιζε μόνον μια λέξη: εχθρός! Πανικός άρχισε να γεμίζει σιγά-σιγά την καρδιά της Σαλίνα. Όχι μόνο δεν θα την καλοδεχόταν κανείς σ' αυτό τον οικισμό, αλλά πλέον είχε αρχίσει να ανησυχεί σοβαρά για το αν θα την αφήσουν να ζήσει κιόλας.
«Έρχεται η 'αρχηγός' της αγέλης;» Ακούστηκε πίσω της η ειρωνική φωνή της Σάνια και η Σαλίνα έσκυψε το κεφάλι της απογοητευμένη.
 Αρχίσαμε σκέφτηκε. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να υποδεχτεί την Στεφανία παρουσία της Σάνιας. Η γυναίκα αυτή είχε όλα τα χαρακτηριστικά των αρσενικών της αγέλης: ανταγωνιστικότητα, κτητικότητα και το θάρρος της γνώμης της, το οποίο διασκέδαζε αφάνταστα να επιβάλλει στους γύρω της. Μέρες τώρα δηλητηρίαζε τα μυαλά όσων είχαν την υπομονή να συναναστραφούν μαζί της με ιστορίες για τη Στεφανία. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, η φήμη πως η άφιξη της Στεφανίας στον οικισμό είχε ως μοναδικό στόχο τη διεκδίκηση του βιολογικού της δικαιώματος στην ιεραρχία κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα. Η υψηλή θέση του πατέρα της βοήθησε αρκετά στο να γίνει η φήμη απολύτως πιστευτή απ’ όλους. Αυτό, όμως, που δεν γνώριζαν οι πιο πολλοί είναι ότι η Στεφανία ήταν ακόμη θνητή και η διαδοχή στην ιεραρχία παρέμενε για την ώρα καθαρά ανδρικό σπορ. Όταν οι υποψήφιοι για την αρχηγία είναι πολλοί, οι κανόνες επιτάσσουν την διεξαγωγή μάχης μέχρι θανάτου. Το τελευταίο πράγμα που χρειάζονταν αυτή τη στιγμή η Στεφανία ήταν να βρεθεί στη μέση μιας τέτοιας μάχης.
Με τον Κάϊλ να λείπει, ο άχαρος ρόλος του ειρηνοποιού είχε πέσει πάνω της. Η Σαλίνα είχε αναγκαστεί να απειλήσει την Σάνια για να την φρενάρει. Τίποτα, όμως, δεν φρέναρε αυτό το θηλυκό, ειδικά τώρα που ήξερε πως ο Άρβιν ήταν αυτός που είχε επιλέξει ο Κάϊλ για να συνοδεύσει την Στεφανία στον οικισμό. Τα μάτια της είχαν γίνει κόκκινα σαν τη φωτιά, όταν το άκουσε. Η προϊστορία της μαζί του την έκανε να πιστεύει -βλακωδώς- πως, όταν έρθει η ώρα, ο Άρβιν θα την διάλεγε για ταίρι του. Δεν ήθελε με τίποτα να δεχτεί την αλήθεια. Ότι ο Άρβιν, δηλαδή, εκτελούσε απλά τις εντολές των γηραιότερων, όταν τον πρόσταξαν να ξαπλώσει μαζί της για να επιταχυνθεί η αλλαγή της. Ο Άρβιν δεν μπορούσε να τους παρακούσει, μια και ήταν η σειρά του να συνεισφέρει στη διαδικασία. Έκανε απλά αυτό που έκαναν και χιλιάδες αρσενικά δίχως ταίρι πριν από αυτόν: το καθήκον του προς τα νεαρά θηλυκά της αγέλης, τα οποία δυσκολευόταν να μεταμορφωθούν.
Η Σαλίνα γύρισε προς το μέρος της Σάνια και την κοίταξε αυστηρά. «Δε θα πεις κουβέντα, Σάνια. Δέχτηκα να είσαι παρούσα, με πολύ δυσκολία. Σε προειδοποιώ, αν ξεστομίσεις το παραμικρό, πικρόχολο σχόλιο μπροστά της, θα ψάχνεις να βρεις τη γλώσσα σου στον πάτο της λίμνης». Η έκφραση της Σάνια σκοτείνιασε στιγμιαία. Ήξερε πως δεν μπορούσε να αγνοήσει τις διαταγές της συντρόφου του αρχηγού της αγέλης και η νευριασμένη σιωπή της έκανα την Σαλίνα να χαμογελάσει κρυφά.

Το τζιπ σταμάτησε στην είσοδο του οικισμού και τα μάτια της Στεφανίας καταβρόχθισαν με μανία το τοπίο. Ψηλά δέντρα  με πλούσιο φύλλωμα περικύκλωναν ένα κυκλικό ξέφωτο διάσπαρτο με λουλούδια διαφόρων χρωμάτων. Η ευωδία τους γαργάλισε τη μύτη της και έκλεισε τα μάτια της για να την απολαύσει. Τα πρώτα σπίτια που είδε την έκαναν να χαμογελάσει. Όλα ήταν όπως τα είχε φανταστεί. Μεγαλοπρεπείς αγροικίες με χοντρούς τοίχους από γκρίζα πέτρα και ξύλινες σκεπές. Στο βάθος μπορούσε να δει τους καταπράσινους λόφους της πεδιάδας και στους πρόποδες τους διέκρινε τις κορυφές χιλιάδων δέντρων, που λικνίζονταν ελαφρά στο απαλό αεράκι του φθινοπώρου. Η ζεστασιά του ήλιου, το υπέροχο, λαμπερό φως του, έκανε τις εικόνες που έβλεπε τώρα μπροστά της ακόμη πιο αστραφτερές, ακόμη πιο όμορφες. Η Στεφανία αναστέναξε ικανοποιημένη, καθώς κατέβηκε από το τζιπ. Ένιωθε πως ένα όνειρο της είχε μόλις πραγματοποιηθεί. Τι απρόσμενη ευλογία να δω επιτέλους το δάσος. Σκέφτηκε και δεν προσπάθησε να κρύψει το πλατύ χαμόγελο που είχε σχηματιστεί στα χείλη της.
Ο Άρβιν  στάθηκε δίπλα της. Το ύφος του δεν είχε αλλάξει και πολύ μετά από την τελευταία τους κουβέντα. Το πρόσωπο του ήταν μια σκληρή μάσκα σοβαρότητας, λες και δεν ήθελε κανείς γύρω του να διαβάσει τις σκέψεις του. Κοιτώντας τον με την άκρη του ματιού της, η Στεφανία συνειδητοποίησε πως, όσο τον παρατηρούσε, όλα και περισσότερα καταλάβαινε γι' αυτόν τον τόσο όμορφο, μα ευέξαπτο άντρα. Όρθωσε το σώμα του και στάθηκε προσοχή, καθώς οι δύο γυναίκες ήρθαν προς το μέρος τους. Η πρώτη φορούσε ένα μακρύ, θηλυκό, βελούδινο φόρεμα στο χρώμα του σμαραγδιού, που τόνιζε το καλοσχηματισμένο και πλούσιο σώμα της. Είχε πολύ μακριά, κατάμαυρα μαλλιά. Το δέρμα της είχε το ελκυστικό καφέ χρώμα της σοκολάτας και έλαμπε στο φως του ήλιου που το χάιδευε. Τα μάτια της είχαν ένα απίστευτα ζεστό μελί χρώμα. Πόσο όμορφη! Σκέφτηκε η Στεφανία κοιτάζοντας την με ανοιχτό το στόμα.
Η γυναίκα που στεκόταν δίπλα της, όμως, ήταν ακόμη πιο όμορφη. Τα σκούρα καστανά μαλλιά της έπεφταν ελεύθερα στους πανέμορφους ώμους της και το στενό, κατάλευκο φόρεμα που φορούσε τόνιζε την σκούρα επιδερμίδα του προσώπου της και αγκάλιαζε προκλητικά το αψεγάδιαστο σώμα της. Τα μάτια της όμως -που δεν ξεκόλλησαν στιγμή από πάνω της- είχαν κάτι το μοχθηρό, το απειλητικό. Η Στεφανία ξεροκατάπιε και έκανε ένα βήμα προς τα πίσω ενστικτωδώς.
Ο Άρβιν βγήκε με μια μπροστά της και υποκλίθηκε ελαφρώς μπροστά στην πρώτη γυναίκα. Υποκλίθηκε και εκείνη και του χαμογέλασε ζεστά.
«Σαλίνα, χαίρομαι που σε βρίσκω το ίδιο καλά, όπως σε άφησα», της είπε και της ανταπόδωσε το χαμόγελο.
«Καλώς ήρθες, Άρβιν. Οι άντρες σου σε αναζητούν μέρες τώρα. Κυκλοφορούν στον οικισμό σαν χαμένα κουτάβια», του είπε και το χαμόγελο της έγινε ακόμη πιο ζεστό και φιλικό.  
«Ξέρεις καλά πως δεν το διαλέγω να είμαι εκτός, ακριβώς επειδή ξέρω το χάος που αφήνω πίσω μου κάθε φορά», της απάντησε χαμογελώντας και γύρισε το βλέμμα του στη Στεφανία, που παρακολουθούσε τη συνομιλία με μεγάλο ενδιαφέρον.
«Σαλίνα, να σου γνωρίσω τη Στεφανία, την κόρη του Άλες. Θα μείνει μαζί σου για λίγο καιρό», είπε και με το χέρι του άγγιξε ελαφρά τον αγκώνα της για να την φέρει πιο κοντά. Ένα χαμηλό γρύλισμα ακούστηκε από την πλευρά της Σάνια και η Στεφανία δεν τόλμησε να κινηθεί προς τα εμπρός.
Το βλέμμα του Άρβιν καρφώθηκε πάνω στο όμορφο πρόσωπο της Σάνια. «Έχεις κάτι να πεις Σάνια;», τη ρώτησε με αυστηρό τόνο.
«Η Σάνια δεν έχει τίποτα απολύτως να πει, Άρβιν», πετάχτηκε τότε η Σαλίνα. «Τότε καλά θα κάνει να συγκρατεί τον εαυτό της μπροστά μου», ανταπάντησε ο Άρβιν και το αυστηρό του βλέμμα δεν άφησε λεπτό το πρόσωπο της Σάνια, που είχε αρχίσει να γεμίζει θυμό. Άνοιξε το στόμα της να μιλήσει και, πριν προλάβει, η οργισμένη φωνή του Άρβιν αντήχησε εκκωφαντικά στο ξέφωτο.
 «ΟΥΤΕ ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΣΑΝΙΑ.! Θα μάθεις τη θέση σου και θα σέβεσαι αυτά που σου λέω».
   Η σιωπή που απλώθηκε στο χώρο ήταν ανατριχιαστική. Η φωνή του Άρβιν είχε σχεδόν τρυπήσει τα τύμπανα της Στεφανίας που, αν και τον κοιτούσε εμβρόντητη, δεν μπορούσε παρά να θαυμάσει την επιβλητική του έκφραση, τη δύναμη που ένιωσε να εκπέμπει εκείνη τη στιγμή το θαυμάσιο κορμί του.
   Η Σαλίνα άπλωσε το χέρι της και την άρπαξε βιαστικά απ' το μπράτσο, κάνοντας την να βγει για λίγο από τη δίνη των συναισθημάτων στην οποία είχε πέσει κοιτώντας τον Άρβιν.
«Έλα Στεφανία, πάμε να σου δείξω το σπίτι και να τα πούμε με την ησυχία μας», είπε όσο πιο γλυκά μπορούσε και την τράβηξε βιαστικά μαζί της. Καθώς ανέβαινε τα σκαλιά που οδηγούσαν στην είσοδο του σπιτιού, η Στεφανία είδε μια ομάδα νέων, γεροδεμένων αντρών να βγαίνει από το δάσος που περικύκλωνε το ξέφωτο και να κατευθύνεται προς το μέρος του Άρβιν με επιφωνήματα χαράς.

 Ένα ζεστό άρωμα από σανταλόξυλο και κανέλα χάιδεψαν ηδονιστικά την μύτη της, καθώς μπήκε στο χώρο του καθιστικού. Η Στεφανία έμεινε για λίγο ακίνητη στην άκρη του δωματίου με το βλέμμα της να περιπλανιέται σε κάθε γωνιά του. Κατέγραψε τα χρώματα και τα σχήματα που εναλλασσόταν μπροστά της. Ο χώρος φάνταζε τεράστιος. Τα ψηλά παράθυρα που τον φώτιζαν, έμοιαζε να ρουφούν τις αχτίδες του απογευματινού ήλιου που έδυε. Μέσα από το τζάμι οι αχτίδες φιλτράρονταν σε διάφορα χρώματα. Η αντανάκλαση τους έπεφτε στους πέτρινους τοίχους του δωματίου και τους έδινε μια χρυσαφένια λάμψη. Το πάτωμα ήταν ξύλινο, το χρώμα του ένα βαθύ καφέ. Πάνω του υπήρχαν δεκάδες πολύχρωμα και περίτεχνα υφασμένα χαλιά. Το κόκκινο, το καφέ και το πορτοκαλί χρώμα δέσποζε πάνω σε κάθε επιφάνεια των επίπλων και του εδάφους. Το τζάκι έστεκε αναμμένο στο κέντρο του δωματίου και γύρω του ήταν συγκεντρωμένοι 3 καναπέδες σε ημικύκλιο. Ο τρόπος που ήταν τοποθετημένοι σε συνδυασμό με τις δεκάδες γκραβούρες και πίνακες που κρεμόταν από τους τοίχους, έκαναν το δωμάτιο να μοιάζει με χώρο συνάντησης κάποιας μυστικής λέσχης. Ο πίνακας που κρεμόταν πάνω από το μεγάλο τζάκι τράβηξε το βλέμμα της και τον πλησίασε για να τον εξερευνήσει.
Η ζωγραφιά ήταν ασπρόμαυρή. Πάνω της διέκρινε έναν τεράστιο βράχο στο χείλος ενός φαραγγιού. Το φεγγάρι στη μέση της ζωγραφιάς ήταν ασυνήθιστα μεγάλο. Αν και του έλειπε το χρώμα, η λάμψη του έδειχνε εκτυφλωτική! Τέσσερις γκριζόμαυροι λύκοι καθόταν στο βράχο, με την μουσούδα τους σηκωμένη προς το φεγγάρι και στη μέση…στη μέση στεκόταν μια φιγούρα που δεν θύμιζε ούτε λύκο, μα ούτε άνθρωπο. Το στόμα της Στεφανίας στέγνωσε και μια περίεργη αίσθηση την πλημμύρισε. Ένιωσε μέσα της μια αύρα οικειότητας με την παράξενη φιγούρα της ζωγραφιάς. Σαν να θυμήθηκε ξαφνικά κάτι που πίστευε πως είχε ξεχάσει. Σαν να έβλεπε ένα πρόσωπο στο πλήθος, το οποίο το ήξερε, μα είχε πια ξεχάσει το όνομα του.
«Λυκάνθρωποι» ακούστηκε η φωνή της Σαλίνας πίσω της και η Στεφανία αναπήδησε τρομαγμένη.
«Για κάποιο λόγο νιώθω ότι κάπου την έχω ξαναδεί αυτή τη φωτογραφία», της απάντησε η Στεφανία, μόλις κατάφερε να συνέλθει λίγο από την ξαφνική της είσοδο στο δωμάτιο.
«Οι φωτογραφίες τους κυκλοφορούν ευρέως Στεφανία. Η ύπαρξη τους είναι πλέον προϊόν προς κατανάλωση. Ταινίες, βιβλία και λαϊκοί μύθοι απ' όλο τον κόσμο πασχίζουν να τους εξηγήσουν και να τους κατηγοριοποιήσουν, ώστε να τους κάνουν ακίνδυνους για τους ανθρώπους. Άλλοι πάλι προτιμούν να τους δαιμονοποιήσουν για να τους εξολοθρέψουν όσο πιο γρήγορα και εύκολα γίνεται», της είπε η Σαλίνα και της έδωσε μια μεγάλη κούπα με αχνιστό τσάι.
Το ρόφημα είχε θεϊκή μυρωδιά και η Στεφανία αγκάλιασε την κούπα με τα δύο της χέρια, έκλεισε τα μάτια της και εισέπνευσε τον ατμό που έβγαινε από το άνοιγμα της.
Η Σαλίνα έμεινε να την κοιτά με μια γλυκιά έκφραση στο πρόσωπο της. «Έλα να κάτσουμε Στεφανία», της είπε και της έδειξε έναν από τους άνετους καναπέδες μπροστά από το τζάκι. Η Στεφανία την ακολούθησε πρόθυμα.
«Ξέρεις, οι λυκάνθρωποι είναι πολύ παρεξηγημένες φιγούρες της κουλτούρας μας», ξεκίνησε πάλι να λέει η Σαλίνα και η Στεφανία ακούμπησε στην πλάτη του άνετου καναπέ και της έδωσε την απόλυτη προσοχή της. Για κάποιο λόγο ήθελε να ακούσει όσα είχε να της πει. Πιθανώς γιατί οι φανταστικές ιστορίες και οι μύθοι ήταν πάντα μια από τις μεγάλες της αγάπες καθώς μεγάλωνε. Καταβρόχθιζε με μανία όποιο βιβλίο με εξωπραγματικά όντα έπεφτε στα χέρια της. Αγαπούσε ιδιαίτερα τις ιστορίες όπου οι ηρωίδες είχαν ειδικές δυνάμεις και η δύναμη τους ξεπερνούσε αυτή των ηρώων. Με τα χρόνια βέβαια τα παράτησε όλα αυτά. Δεν είχε την πολυτέλεια να ζει σε έναν φανταστικό κόσμο. Οι υποχρεώσεις την κυνηγούσαν. Η δουλειά -όποια και αν ήταν αυτή κατά καιρούς- μονοπωλούσε τις μέρες της. Κάπου-κάπου, όταν οι καταστάσεις γινόταν πιεστικές, παρηγορούσε τον εαυτό της λέγοντας πως είναι και αυτή σαν τις ηρωίδες των βιβλίων που διάβαζε μικρή. Μια ηρωίδα της καθημερινότητας δηλαδή, μόνον που οι δικοί της «δράκοι» και «δαίμονες» ήταν πολύ πιο αληθινοί και θανάσιμοι.
«Στεφανία,  δεν νομίζω πως με παρακολουθείς». Η ζεστή φωνή της Σαλίνας την έβγαλε από τις σκέψεις της.
 «Δεν είναι αυτό. Σκεφτόμουν απλά πόσο παιδί του σήμερα είμαι τώρα τελευταία», της απάντησε η Στεφανία, θέλοντας να απολογηθεί.
«Κάθε άλλο παρά παιδί του σήμερα είσαι Στεφανία. Απλά δεν το ξέρεις», της απάντησε η Σαλίνα. Το ύφος της είχε σοβαρέψει απότομα και η Στεφανία άρχισε να την κοιτάει συνοφρυωμένη. «Ο πατέρας σου Στεφανία προέρχεται από μια οικογένεια, οι ρίζες της οποίας πάνε πολύ πίσω στους αιώνες. Μερικοί λένε μάλιστα, ότι η καταγωγή του είναι από την «πηγή».. την αρχή της…της φυλής μας», συνέχισε κάπως πιο διστακτικά τώρα η Σαλίνα.
Η φυλή, η ομάδα, τα αναθεματισμένα τα γονίδια! Τι σημαίνουν όλα αυτά; Αναρωτήθηκε εκείνη την στιγμή η Στεφανία και η έκφραση της πλέον γέμισε δυσπιστία για όσα άκουγε, όσα έβλεπε και όσα της συνεβαίναν τελευταία. Ένιωσε  έντονα την ανάγκη να σηκωθεί από τον καναπέ, να ευχαριστήσει τη Σαλίνα και να γυρίσει στο δωματιάκι της στην πόλη.
Η Σαλίνα σαν να διάβασε τις σκέψεις της. «Είμαστε εδώ για να σε βοηθήσουμε Στεφανία. Είμαστε η οικογένεια σου τώρα πια», της είπε, θέλοντας να την πείσει πάση θυσία για τις καλές τους προθέσεις.
«Δε χρειάζομαι βοήθεια! Είμαι μία χαρά!», απάντησε η Στεφανία, υψώνοντας τη φωνή της. Είχε αρχίσει να πιστεύει σοβαρά πλέον πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά με όλους αυτούς τους ανθρώπους. Η σκέψη της είχε αρχίσει να παίρνει περίεργα μονοπάτια όσο περνούσε η ώρα. Το μόνο που ήθελε ήταν να γυρίσει σπίτι της.
«Μην τρομάζεις Στεφανία, δεν είναι τόσο κακό να μάθεις την αλήθεια για τους γονείς σου. Βλέπεις, από όσο γνωρίζουμε, είσαι μοναδική! Η πρώτη του είδους σου. Θα πρέπει να μάθεις κάποια πράγματα τώρα αν είναι στο μέλλον να ηγηθείς της ομάδας. Μα πρέπει να μ' αφήσεις να σου εξηγήσω, να με ακούσεις». Η φωνή της Σαλίνα τώρα έτρεμε από την προσπάθεια και την αγωνιά πως τα όσα έλεγε θα τρόμαζαν την Στεφανία ακόμη περισσότερο.
«Μοναδική; Να ηγηθώ της ομάδας; Έχεις τρελαθεί; Είσαστε όλοι τρελοί», ψιθύρισε η Στεφανία, κοιτώντας την τρομαγμένη. Δίχως να το πολυσκεφτεί, σηκώθηκε με φόρα από τον καναπέ και κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα, κρατώντας ακόμη στα χέρια της τη ζεστή κούπα με το τσάι.
«Στεφάνια, στάσου!», της φώναξε η Σαλίνα και σηκώθηκε να την ακολουθήσει.
Η Στεφανία την αγνόησε και επιτάχυνε το βήμα της. Πρέπει να φύγω από δω μέσα, έλεγε και ξαναέλεγε μέσα στο μυαλό της.
Άνοιξε τη βαριά εξώπορτα της αγροικίας και το άρωμα της νύχτας, που μόλις είχε ξεκινήσει, τη χτύπησε στο πρόσωπο. Κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά της βεράντας. Πριν τα πόδια της πατήσουν στο γρασίδι, το βλέμμα ενός τεράστιου, κατάμαυρου λύκου την καθήλωσε. Τα λαμπερά του μάτια έμοιαζαν με πορφυρές φωτιές που φώτιζαν αχνά το σκοτάδι. Το παχύ τρίχωμα που κάλυπτε τα μπράτσα και τα πόδια του ήταν ευκρινέστατο. Μα στεκόταν όρθιος! Το σώμα του θύμιζε αυτό ανθρώπου: τα άκρα του ήταν μακριά, το στέρνο και τα μπράτσα του ήταν τεράστια, γεμάτα με μυείς που διαγραφόταν πεντακάθαρα στο λιγοστό φως της νύχτας. Στο μυαλό της Στεφανίας ήρθε αστραπιαία η ζωγραφιά που μόλις είχε δει πάνω απ' το τζάκι. Η κούπα με το τσάι έπεσε απ' το χέρι της. Ο λύκος απέναντι της έκανε ένα ήχο που της ακούστηκε σαν κλαψούρισμα και σήκωσε το χέρι του προς το μέρος της. Τα τεράστια, γαμψά του νύχια άστραψαν στο φως του φεγγαριού και η Στεφανία σωριάστηκε στο έδαφος, καθώς το μυαλό της παραιτήθηκε.
Η Σαλίνα κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά της βεράντας και στάθηκε πάνω από το λιπόθυμο σώμα της. «Μια χαρά τα κατάφερες, Κάιλ!», φώναξε θυμωμένα στον άντρα που στεκόταν τώρα μπροστά της.  


Κεφάλαιο 11ο Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ


Εξάψεις, μπόλικος ιδρώτας και ένας ύπουλος, σιγανός πόνος που ταλάνιζε όλο της το κορμί: αυτή ήταν λίγο-πολύ η περίληψη της ζωής της Στεφανίας τις τελευταίες τρεις μέρες. Τουλάχιστον είχαν κοπεί μαχαίρι τα περίεργα καρδιοχτύπια και ο έντονος πόνος στο κέντρο του στήθους της και αυτό ήταν σίγουρα παρήγορο. Θα κρατήσει για λίγο χρονικό διάστημα, κάτι σαν γρίπη δηλαδή. Έτσι της είχε πει ο Φιλίπ, ο γιατρός στον οποίο την έστειλε ο Κάϊλ, όταν τον είχε πιέσει ασφυκτικά να της πει αληθινά τι της συμβαίνει. Το θέμα ήταν πως αυτό που της συνέβαινε δεν είχε να κάνει με κάποιο μικρόβιο ή κάποιο ιό, όπως προσπάθησε να της εξηγήσει ο γιατρός. Αυτό που της συνέβαινε είχε να κάνει αποκλειστικά με τον πατέρα της και κάποιο περίεργο γονίδιο που της είχε κληροδοτήσει, αυτή ήταν η αλήθεια, τουλάχιστον για την ίδια. Δεν έφτασε προφανώς η παντελής απουσία του απ' τη ζωή της, ήθελε να της αφήσει και κάτι για να τον θυμάται! Πόσο σαδιστικά πρέπον σκέφτηκε και χτύπησε με φόρα στο πάγκο της κουζίνας την κούπα του καφέ που κρατούσε στα χέρια της.
Τα βότανα που τη συμβούλευσε ο Φιλίπ να αγοράσει δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Τα νεύρα της την βασάνιζαν όλο και πιο πολύ κάθε μέρα που περνούσε. Κοιμόταν όλο και λιγότερες ώρες κάθε βράδυ, με αποτέλεσμα τα πρωινά να μην έχει ούτε τη διαύγεια, μα ούτε τη διάθεση να ψάξει για δουλειά. Τα λεφτά της τελείωναν πιο γρήγορα απ' ότι υπολόγιζε και η πρόταση του Κάϊλ να μετακομίσει για λίγο στον οικισμό που έζησε και ο πατέρας της δεν έμοιαζε πια με πρόταση, αλλά με μοναδική λύση. Της είχε πει ότι θα έμενε στο σπίτι του, όπου ήδη την περίμενε η σύντροφος του, η Σαλίνα. Χθες βράδυ του έδωσε το ΟΚ και σήμερα το πρωί είχε ήδη κανονίσει την μεταφορά της.
Μάζεψε ότι ρούχα βρήκε μπροστά της και τα έριξε ανακατωμένα στο σάκο που της είχε δανείσει ο Έντι. Όταν του μίλησε για όσα της είχαν συμβεί, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό του. «Τόσο καιρό ψάχναμε να τον βρούμε αυτόν τον άνθρωπο και πάνω που τον ξέχασες τελείως, σε βρήκε ουσιαστικά αυτός», της είχε πει με περίσσιο καμάρι, λες και όλες οι θεωρίες του περί σύμπαντος, συμπτώσεων και μοίρας επιβεβαιώνονταν ξαφνικά. «Κόντεψα να πεθάνω, τόσο από την τρομάρα μου, όσο και από το σοκ και εσύ ενθουσιάζεσαι;», του είχε αντιγυρίσει αυτή εκνευρισμένη. «Το θέμα είναι ότι όλα γίνονται για κάποιο σκοπό Στεφανία, και όλα όσα γίνονται για να φτάσουμε στον προορισμό μας δεν μπορεί να είναι πάντα ευχάριστα», της είχε πει με σοβαρότητα διανοούμενου. «Στην τελική, μια χαρά είσαι, κάτι σαν γριπούλα έχεις, θα περάσει», συνέχισε περιπαικτικά, ακριβώς επειδή αυτός ήταν πάντα ο ρόλος του: να καθησυχάζει τους φόβους και τις ανησυχίες της.
Παρά τη στενή τους σχέση, η Στεφανία δεν του ανάφερε σχεδόν τίποτα για τον Άρβιν ή μάλλον οι λέξεις με τις οποίες τον περιέγραψε δεν άφησαν περιθώρια για πειράγματα ή ρομαντισμούς. Περίεργος, ανατριχιαστικός, ανάγωγος ήταν μόνον μερικές από αυτές. Φυσικά και μετάνιωσε για όλες τη στιγμή ακόμη που τις ξεστόμιζε. Δεν συνήθιζε να βγάζει γρήγορα συμπεράσματα για τον κόσμο γύρω της, αλλά στην προκειμένη περίπτωση, τόσο τα αρνητικά όσο και τα θετικά συναισθήματα που της δημιουργούσε η εμφάνιση του Άρβιν στη ζωή της μπέρδευαν χαοτικά το ένστικτο της.
Στεκόταν ήδη έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας της, όταν ένα μεγάλο τζιπ με σκουρόχρωμα τζάμια σταμάτησε στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Η πόρτα άνοιξε και ο Άρβιν στάθηκε με τα χέρια στις τσέπες του τζιν που φορούσε, περιμένοντας την κίνηση των αυτοκινήτων να κόψει, ώστε να διασχίσει το δρόμο. Ντυμένος στα μαύρα, με ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά να καλύπτουν τα μάτια του, έμοιαζε εξωπραγματικός. Εξωπραγματικά όμορφος σκέφτηκε η Στεφανία καθώς τον κοιτούσε να διασχίζει το δρόμο και αμέσως σιχτίρισε τον αδύναμο χαρακτήρα της. Σταμάτησε μπροστά της και για μερικά δευτερόλεπτα και κοιτάχτηκαν δίχως να μιλάνε.
«Είσαι έτοιμη;» τη ρώτησε τελικά και χαμογέλασε αυτάρεσκα. Αυτό το χαμόγελο του την δαιμόνιζε! Της έδινε συνεχώς την αίσθηση πως μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις της.
«Πάμε» του είπε και προχώρησε προς το αμάξι, δίχως να τον περιμένει να την ακολουθήσει.
Ο Άρβιν έβαλε το σάκο της στο πίσω μέρος και κάθισε με γρήγορες κινήσεις στη θέση του οδηγού. Μέχρι να βγουν από την πόλη της έριχνε κλεφτές ματιές, μα η Στεφανία προσπαθούσε εσκεμμένα να τον αγνοήσει.
«Έχεις τα χάλια σου», είπε μετά από αρκετή ώρα σιωπής, «δεν κοιμάσαι αρκετά;». Ο αχνό τόνος ανησυχίας που διέκρινε στη φωνή του, την ξάφνιασε.
«Δεν κοιμάμαι σχεδόν καθόλου, ευχαριστώ για το κοπλιμέντο», του απάντησε και συνέχισε να κοιτά έξω από το παράθυρο του συνοδηγού. Το ξαφνικό του ενδιαφέρον δεν ήταν αρκετό για να την κάνει να παραβλέψει την αδιάφορη και ψυχρή στάση του, όταν την συνάντησε για πρώτη φορά στο γραφείο του Κάϊλ, μα ούτε το γεγονός ότι ήξερε τόσα για το παρελθόν της και της τα απέκρυψε.
Ο Άρβιν την κοίταξε με την άκρη του ματιού του. «Δεν χρειάζεται να είσαι τόσο επιθετική μαζί μου. Μια παρατήρηση έκανα μόνο», είπε τελικά, προσπαθώντας να κατευνάσει το θυμό της.
«Είσαι πράγματι πολύ παρατηρητικός», του ανταπάντησε, δίχως να τον κοιτάξει.
Από εκείνη τι στιγμή και μετά έπαψε να προσπαθεί να της πιάσει κουβέντα και η Στεφανία αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στο δρόμο, ρουφώντας -όσο της επέτρεπε η κούραση της- την εναλλαγή των τοπίων. Δεν είχαν φτάσει ούτε στα μισά της διαδρομής, όταν ο οργανισμός της άρχισε να νιώθει τα πρώτα σημάδια στέρησης. Είχε άμεση ανάγκη από έναν καφέ, αν ήθελε να κρατηθεί όρθια μέχρι το τέλος της διαδρομής, μα δεν μίλησε.
Ο Άρβιν σταμάτησε το αυτοκίνητο σε έναν σταθμό ξεκούρασης στην άκρη του δρόμου και την κοίταξε ξανά μέσα από τα μαύρα του γυαλιά.
«Δείχνεις πραγματικά εξουθενωμένη, πρέπει να φας κάτι», της είπε χαμηλόφωνα. Η Στεφανία κούνησε απλά το κεφάλι της καταφατικά και πριν προλάβει να του πει οτιδήποτε, ο Άρβιν βγήκε από το αμάξι και κατευθύνθηκε προς το κτίριο που έστεκε μπροστά τους. Όταν επέστρεψε η μυρωδιά του φρέσκου καφέ χτύπησε τα ρουθούνια της και η διάθεση της βελτιώθηκε αισθητά, τόσο μάλιστα που του χαμογέλασε. Αν και παρατήρησε την ξαφνική αλλαγή στη διάθεση της, προτίμησε να μην την σχολιάζει και ακούμπησε απλά στα πόδια της τη χάρτινη σακούλα που κρατούσε στα χέρια του. Η Στεφανία την άνοιξε και κοίταξε μέσα. Ήταν γεμάτη με όλων των ειδών τα γλυκίσματα που συνήθως συνοδεύουν τον καφέ.
«Δεν ήξερα τι προτιμάς και πήρα σχεδόν τα πάντα», της είπε αμήχανα.
Η Στεφανία χαμογέλασε ξανά. «Σ' ευχαριστώ, είσαι υπερβολικά καλός μαζί μου σήμερα», του είπε προσπαθώντας να του δείξει όσο πιο διακριτικά μπορούσε την ευγνωμοσύνη της.
«Δεν το κάνω από καλοσύνη. Εκτελώ διαταγές», της είπε, χαμογελώντας πονηρά.
Ήταν ίσως η πρώτη φορά που τον έβλεπε να χαμογελά με τόση χαλαρότητα και η εικόνα την ευχαριστούσε περισσότερο απ’ όσο ήταν έτοιμη να παραδεχτεί. «Τα συγχαρητήρια μου, λοιπόν. Κάνεις πολύ καλή δουλειά», του ανταπάντησε και έσκυψε το κεφάλι της πάνω από το αχνιστό κυπελάκι του καφέ, προσπαθώντας να κρύψει τα συναισθήματα που έκαιγαν τα μάγουλα της.
Την κοίταξε για λίγο σιωπηλός, μα μόλις σήκωσε το βλέμμα της να τον κοιτάξει γύρισε αμέσως το κεφάλι του προς τον αυτοκινητόδρομο.
«Περίμενα πως θα είχες πολλά να με ρωτήσεις σ' αυτή τη διαδρομή, αλλά έκανα λάθος», της είπε, δίχως να την κοιτά. Το βλέμμα του παρέμεινε κολλημένο στον απέραντο δρόμο μπροστά τους, καθώς το αυτοκίνητο έπαιρνε πάλι την πορεία του.
«Ναι, υπάρχει κάτι που θα ήθελα να σε ρωτήσω», του απάντησε η Στεφανία, και το μυαλό της γύρισε πάλι σ' εκείνο το πρώτο βράδυ της γνωριμίας τους. «Μπορείς να με ρωτήσεις ότι θέλεις. Τον πατέρα σου τον γνώριζα καλά», της απάντησε και η Στεφανία τον κοίταξε απορημένα. «Για αυτόν δεν θέλεις να με ρωτήσεις;», την ρώτησε όταν αντιλήφθηκε το απορημένο της βλέμμα.
Ήταν προφανές πως δεν είχαν το ίδιο πράγμα στο μυαλό τους. Τα μάγουλα της Στεφανίας άρχισαν να καίνε πάλι, μα αυτή τη φορά από ντροπή. Το φιλί που μοιράστηκαν στο πάρκο τελικά είχε περισσότερη σημασία για την ίδια παρά για τον Άρβιν. Ήταν λογικό λοιπόν που ο ίδιος δεν είχε καμιά απορία για το ότι συνέβη. Ίσως τελικά να το ονειρεύτηκα σκέφτηκε βιαστικά, προσπαθώντας να δώσει μια λιγότερο επώδυνη εξήγηση για τη σιωπή του. «Στεφανία; Τι θέλεις να με ρωτήσεις;», η βραχνή φωνή του της υπενθύμισε πως ήταν η σειρά της να μιλήσει. «Του μοιάζω καθόλου;» ρώτησε χαμηλόφωνα, δίχως να το σκεφτεί.
Ο Άρβιν συνέχισε να κοιτά το δρόμο και χαμογέλασε νοσταλγικά. «Δε θα το έλεγα. Όχι», της απάντησε δίχως δισταγμό και αμέσως η έκφραση της σκοτείνιασε. «Μα μοιάζεις αρκετά με τη μητέρα σου», συμπλήρωσε αμέσως και αυτή τη φορά γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος της.
«Ήξερες τη μητέρα μου;» Η κατάπληξη της τον έκανε να χαμογελάσει και πάλι. «Ναι, την ήξερα».
«Πώς ήταν;» τον ρώτησε γεμάτη ανυπομονησία.
«Ας πούμε ότι ο Άλες είχε πολύ καλό λόγο που ξελογιάστηκε τόσο μαζί της», της απάντησε και το πρόσωπο του συνοφρυώθηκε.
«Είναι αλήθεια ότι απαρνήθηκε τα πάντα για χάρη της;», ρώτησε τότε εκείνη, αποφασισμένη να φτάσει στην αλήθεια αυτή τη φορά.
«Είναι αλήθεια», της απάντησε κοφτά, σαν να μη δεχόταν καμία αντίρρηση σ' αυτό που μόλις είπε.
«Κρίμα που δεν έκανε το ίδιο και για μένα», του είπε η Στεφανία και ο θυμός που χρόνια ένιωθε για τον χαμένο της πατέρα άρχισε και πάλι να σιγοβράζει στο στήθος της.
Ο Άρβιν γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος της και την κοίταξε θυμωμένα. «Μην τον κρίνεις τόσο αυστηρά, χωρίς να ξέρεις».
«Ξέρω ότι με εγκατέλειψε και δεν χρειάζεται να ξέρω τίποτα παραπάνω», του είπε και σταύρωσε τα χέρια της πάνω στο στήθος της όλο πείσμα.
«Τότε ξέρεις και βλέπεις μόνο ότι σε αφορά. Είσαι απλά κολλημένη στον εαυτούλη σου», της φώναξε και η οργή του άρχισε να πλημμυρίζει τα όμορφα χαρακτηριστικά του.
«Είμαι! Ναι! Και ο λόγος γιατί; Είναι απλός. Πέρα από τον εαυτό μου δεν είχα τίποτα άλλο σε αυτή τη ζωή!», του φώναξε και αυτή το ίδιο οργισμένα.
«Καιρός λοιπόν να βγάλεις το κεφάλι σου από την άμμο και να κοιτάξεις γύρω σου Στεφανία», της απάντησε με λιγότερη ένταση αυτή τη φορά.
«Τι εννοείς;».
Το ύφος του σκοτείνιασε και πάλι. «Όταν ένας από εμάς χάσει το ταίρι του δεν επιβιώνει, Στεφανία. Την ακολουθεί πάντα στο θάνατο», της απάντησε απρόθυμα και η έκφραση του προσώπου του γέμισε ξαφνικά με πόνο.
Ένας από εμάς; Την ακολουθεί στο θάνατο; αναρωτήθηκε σιωπηλά η Στεφανία, και το βλέμμα της κόλλησε στο πρόσωπο του. «Δεν καταλαβαίνω».
«Θα καταλάβεις στην πορεία», της απάντησε κοφτά, θέλοντας να κόψει τη κουβέντα.
«Θέλεις να πεις; Θέλεις να πεις ότι ο πατέρας μου αυτοκτόνησε μετά το θάνατο της μητέρας μου;», επέμεινε και η ιδέα και μόνο του τι ξεστόμισε, τη γέμισε τρόμο.
«Μπορείς να το δεις και έτσι, ναι», της απάντησε ξερά και τα μάτια του δεν ξεκόλλησαν λεπτό από το δρόμο, που τώρα απλώνονταν μπροστά τους σε μια ατελείωτη ευθεία.
Το βλέμμα της Στεφανίας έμεινε κολλημένο επάνω του. Η απελπισία, ο πόνος, το σοκ των όσων άκουγε την είχαν ακινητοποιήσει. Φοβόταν και να αναπνεύσει, να σκεφτεί. Σκότωσα και τους δυο τους γονείς μου σκέφτηκε τελικά και τα δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στο πρόσωπο της, δίχως να το καταλάβει.
Στο άκουσμα του βουβού κλάματος, η καρδιά του Άρβιν σφίχτηκε. Δίχως να το θέλει ένιωσε την ανάγκη να την αγκαλιάσει, να την παρηγορήσει, έστω να της πει «συγνώμη» για αυτό που ξεστόμισε με τόση ευκολία. Το θέμα ήταν πως στα χίλια και παραπάνω χρόνια ζωής που μετρούσε δεν χρειάστηκε ποτέ να κάνει κάτι τέτοιο, ούτε για την οικογένεια του, ούτε όμως και για τα μέλη της ομάδας του. Τα χέρια του έσφιξαν το τιμόνι του αυτοκινήτου τόσο δυνατά, που οι αρθρώσεις των δακτύλων του έγιναν κάτασπρες. Η απόλυτη σύγχυση που αισθανόταν τον έκανε να θυμώσει, κυρίως με τον εαυτό του.
«Σταμάτα να κλαψουρίζεις! Αυτή είναι η αλήθεια! Δέξου τη!», της φώναξε και η συνειδητοποίηση της βλακείας που ξεστόμισε τον χτύπησε στο στομάχι σαν ατσάλινη γροθιά.
Η Στεφανία σκούπισε τα δάκρυά της νευρικά και τον κοίταξε. Το βλέμμα της ήταν γεμάτο περιφρόνηση. «Πόσο πιο αναίσθητος θα μπορούσες να είσαι;», του απάντησε γεμάτη απογοήτευση και γύρισε και πάλι το κεφάλι της προς το παράθυρο του συνοδηγού.
Ωραία! Μόλις μεταμορφώθηκα στον μεγάλο, κακό λύκο του παραμυθιού στα μάτια της σκέφτηκε ο Άρβιν και έβρισε τον εαυτό του χαμηλόφωνα.