Romance and Urban Fantasy Lit

  • Kelley Armstrong, J.R.Ward, Charlaine Harris, L.J. Smith, Kresley Cole, Gena Showalter

What is this place?

Έχω αλλάξει πολλές γνώμες για αυτό το χώρο και όχι άδικα. Η συγγραφή είναι δύσκολη και επίπονη δουλειά, απαιτεί πολύ γράψε-σβήσε…Η ιστορία που ξεκίνησα πριν κάποιους μήνες παίρνει λοιπόν καινούργια μορφή, επιδιώκει να γίνει καλύτερη –αλλά όχι τέλεια- οπότε τα σχόλια σας δεν θα είναι μόνο χρήσιμα, αλλά και απαραίτητα.

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

Κεφάλαιο 4ο Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ


      Η Στεφανία δεν ήξερε αν έπρεπε να ευχαριστήσει ή να αναθεματίσει τη τύχη της, μπαίνοντας στην εταιρεία. Ιδρωμένη, από την προσπάθεια της να μειώσει όσο μπορούσε το χρόνο της αργοπορίας της, και εξουθενωμένη από τις σκέψεις που γέμιζαν το μυαλό της, κάθισε στον αναπαυτικό καναπέ που βρισκόταν στο λόμπυ της εταιρείας, περιμένοντας τη σειρά της. Έβγαλε με άγαρμπες κινήσεις από την τσάντα της ένα καθρεφτάκι και κοίταξε όσο πιο διακριτικά μπορούσε το μικρό κόψιμο που επουλώνονταν στο μέτωπο της. Η πούδρα που είχε βάλει πριν μπει στην οργάνωση είχε καταφέρει να καλύψει την πληγή, μα το δέρμα της, που φούσκωνε και πάλλονταν από κάτω, έκανε το μέτωπο της να δείχνει διπλάσιο. Το κάλυψε με μια τούφα από τα μαλλιά της και σταμάτησε να το σκέφτεται. Δεν είχε χρόνο να ανησυχεί για κάτι τέτοιο τώρα, είχε ήδη αρκετά στο μυαλό της.
Από τη μία, σήμερα κόντεψε να χάσει τη ζωή της δύο φορές. Από την άλλη, αν και έφτασε στο προκαθορισμένο ραντεβού της με μισή ώρα καθυστέρηση, ο υπεύθυνος δέχτηκε να τη συναντήσει, δίχως καν να ζητήσει μια εξήγηση για την αδικαιολόγητη αργοπορία της. Αυτό πρέπει να είναι καλό σημάδι, σκέφτηκε, ξεφυσώντας ανακουφισμένη. Παρά την αλλόκοτη μέρα που είχε ως τώρα, παρά την εξάντληση που αισθανόταν από τη δοκιμασία που μόλις πέρασε, παλεύοντας με το ίδιο της το σώμα, αποφάσισε να απομακρύνει τις αρνητικές σκέψεις από το μυαλό της και να επικεντρωθεί στα θετικά.  
    Άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί στο χώρο. Το λόμπυ ήταν άδειο, εκτός από την όμορφη ρεσεψιονίστ που μιλούσε χαμηλόφωνα στο τηλέφωνο και της έριχνε συχνά εξεταστικές ματιές. Το βλέμμα της έκανε την Στεφανία να αισθανθεί άβολα, αλλά πάλι, όλα τα βλέμματα την έκαναν να αισθάνεται έτσι. Το βλέμμα του παράξενου, άγνωστου άντρα που συνάντησε λίγη ώρα πριν στο σταθμό του μετρό ξαναγύρισε στο μυαλό της. Είχε συναντήσει διάφορους τρελούς και εκκεντρικούς τύπους στους δρόμους της μεγαλούπολης τα τελευταία 5 χρόνια που έμενε μόνη της, μα κανένας δεν μπορούσε να συγκριθεί με αυτόν. Η εμφάνιση του δεν άφηνε καμία υποψία για την επικινδυνότητα του χαρακτήρα του. Το αντίθετο. Η ομορφιά του σε τραβούσε να τον επεξεργαστείς αχόρταγα με το βλέμμα σου. Το βλέμμα του όμως, τα αλλόκοτά λόγια του! Η Στεφανία δεν μπορούσε να αποσιωπήσει μέσα της την αναίτια αίσθηση που την κυρίευσε όταν στάθηκε απέναντι του. Αυτή την ενοχλητική αίσθηση πως τον γνώριζε, πως της ήταν οικείος. Κούνησε το κεφάλι της νευρικά. Το μυαλό της είχε φυλακιστεί μέσα σε ένα αίνιγμα και έκανε πάλι κύκλους. Για να ξορκίσει την εικόνα του, που κάθε τόσο πετάγονταν μπροστά της, άρπαξε ένα από τα φυλλάδια που βρήκε ακουμπισμένο στο γυάλινο τραπεζάκι δίπλα της και άρχισε να διαβάζει το προφίλ της εταιρείας:
«Ο κύριος στόχος που επιδιώκεται από τον Οργανισμό για τη στήριξη της βιολογικής πολυμορφίας είναι η διασφάλιση και η διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος σε όλο τον κόσμο, καθώς και η προώθηση της ιδέας της προστασίας της φύσης και  εντός της κοινωνίας .Ο Οργανισμός μας υποστηρίζει την ανάπτυξη της επιστημονικής, πρακτικής και ενημερωτικής δραστηριότητας που πραγματοποιείται στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, συμμετέχοντας ενεργά σε οποιαδήποτε προσπάθεια έχει ως στόχο την διατήρηση σπάνιων ειδών προς εξαφάνιση».

Έκλεισε απαλά το φυλλάδιο ανάμεσα στις παλάμες της και χαμογέλασε αφηρημένα. Η Στεφανία, αν και είχε ζήσει όλη της τη ζωή στην πόλη, στα όνειρα της έβλεπε πάντα δάση. Πίστευε πως μέσα τους κρύβονταν όλες οι απαντήσεις στα ατελείωτα ερωτήματα της ανθρωπότητας. Πίστευε πως, αν τα παρατηρούσες, θα έβρισκες πως μέσα τους κρύβονται οι ρίζες της ανθρώπινης ύπαρξης, το ακατέργαστο υλικό της ίδιας της ζωής. Φυσικά αυτές τις απόψεις τις κρατούσε πάντα για τον εαυτό της. Καμιά από τις ανάδοχες οικογένειες που την φιλοξένησαν όλα αυτά τα χρόνια δεν έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη για τη φύση. Δεν υπήρχε χρόνος βλέπεις για αυτά. Η καθημερινότητα της βιοπάλης δεν επέτρεπε σε κανέναν τους να ονειροπολεί και να αναρωτιέται για την αρχή και το τέλος όλων των πραγμάτων. Η Στεφανία λοιπόν, επισκεπτόταν τα πάρκα της πόλης που έμενε κάθε φορά μόνον με το σχολείο. Κανένα από τα παράθυρα των δωματίων που την φιλοξένησαν στο πέρασμα των χρόνων δεν είχε θέα κάποιο κήπο. Τα μόνα τοπία που κάθε φορά γέμιζαν τα παιδικά και εφηβικά της μάτια ήταν αυτά των τσιμεντένιων τοίχων και των πολυκατοικιών που δέσποζαν στις κακόφημες γειτονιές της κάθε πόλης.
    Άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί ακόμη μια φορά στο χώρο. Το λόμπυ της εταιρείας ήταν γεμάτο με φυτά εσωτερικού χώρου και φωτογραφίες από ειδυλλιακά τοπία. Τα φωτεινά χρώματα που έντυναν τους τοίχους δεν θύμιζαν σε τίποτα το αγχωτικό, γκρίζο μοτίβο της πόλης που παραμόνευε απ’ έξω. Αν κατάφερνε να πάρει αυτή τη δουλειά θα τους ζητούσε να μετακομίσει το κρεβάτι της στο λόμπυ της εταιρείας, σκέφτηκε, και χαμογέλασε κρυφά. Η φωνή της ρεσεψιονίστ αντήχησε στο άδειο λόμπυ. «Περάστε δεσποινίς, ο Διευθυντής σας περιμένει». Ο διευθυντής…γιατί όχι ο υπεύθυνος του προσωπικού; Αναρωτήθηκε καθώς σηκώθηκε και ακολούθησε τη ρεσεψιονίστ στο βάθος του διαδρόμου. Δεν συναντιόταν κάθε μέρα με τόσο σημαντικούς ανθρώπους και ο πανικός είχε αρχίσει να την καταβάλει με κάθε βήμα που έκανε προς τη βαριά πόρτα του γραφείου. Για ακόμη μια φορά, έπρεπε να βρει τις λέξεις να πείσει τον μελλοντικό της εργοδότη πως η παρουσία της στην εταιρεία του θα του ήταν πολύτιμη, όταν η ίδια γνώριζε καλά πως δεν είχε ούτε τα μισά από τα απαιτούμενα προσόντα για τη θέση που επιδίωκε να καλύψει. Δεν είχε πρόβλημα να πείσει τους υπεύθυνους προσωπικού μικρότερων εταιρειών, όμως η περίπτωση του Κάϊλ Γουντ, του διευθυντή αυτού του οργανισμού, της φάνταζε βουνό.
Η ρεσεψιονίστ άνοιξε την πόρτα του γραφείου, δίχως να την χτυπήσει, κοίταξε τη Στεφανία και της χαμογέλασε καθησυχαστικά. «Ο διευθυντής θα έρθει σε λίγο, παρακαλώ περάστε», της είπε και απομακρύνθηκε.
 Η Στεφανία βρήκε μια καρέκλα, την πιο κοντινή στην είσοδο του γραφείου, και κάθισε προσεκτικά, παρατηρώντας παράλληλα κάθε γωνιά του δωματίου. Το γραφείο είχε ευρωπαϊκό αέρα. Τα έπιπλα βαριά, θύμιζαν βασιλική κατοικία, όμως τα υφάσματα που τα έντυναν είχαν τη λάμψη και τα χρώματα του σήμερα. Η δεξιά πλευρά του δωματίου ήταν ένα τεράστιο παράθυρο με θέα την πόλη. Στην κεφαλή του δωματίου έστεκε σιωπηλό ένα μαύρο, περίτεχνα σκαλιστό γραφείο. Πάνω του υπήρχαν στημένες 3 οθόνες υπολογιστή, συνδεδεμένες σε αόρατους πύργους. Η Στεφανία ένιωσε ξαφνικά  λες και μπήκε στο δωμάτιο παρακολούθησης της ασφάλειας του κτιρίου και η περιέργεια άρχισε να τη τρώει. Ήθελε πάση θυσία να κρυφοκοιτάξει τις οθόνες, να δει τι προβάλουν. Αν και η λογική της την προέτρεπε να μην το κάνει, παρόλα αυτά σηκώθηκε από την καρέκλα που καθόταν και πλησίασε διστακτικά στο γραφείο. Πριν προλάβει όμως να φτάσει στις οθόνες, η πόρτα του γραφείου άνοιξε και ένας ψηλός, μαυροντυμένος άντρας μπήκε μέσα.
Από το κομψό του κουστούμι κατάλαβε αμέσως πως δεν είχε να κάνει με έναν ακόμη υπάλληλο της εταιρείας. Ο άντρας που την πλησίαζε, με ύφος σοβαρό και αυστηρό, ήταν σίγουρα ο διευθυντής. Σταμάτησε μερικά βήματα μακριά της και την κοίταξε προσεκτικά. Η σιωπή του την έκανε να ξεροκαταπιεί. Αισθάνθηκε την ανάγκη να δικαιολογηθεί για την αδιακρισία της, μα τελικά αποφάσισε πως ίσως θα ήταν καλύτερα να κρατήσει το στόμα της κλειστό. «Καλώς ήρθες», της είπε μετά από μερικά δευτερόλεπτα άχαρης σιωπής και συνέχισε, «Ξέρεις ήδη φαντάζομαι ποιος είμαι, οπότε οι συστάσεις είναι περιττές. Δεν έχω σκοπό να φάω το χρόνο σου με λεπτομέρειες και άσκοπες κουβέντες, γι' αυτό θα σου πω ευθύς αμέσως τι μπορώ να κάνω για εσένα».
Η Στεφανία τον κοίταξε γεμάτη απορία. Η αλήθεια ήταν πως, μέσω της ενασχόλησης της με την φύση και τον εθελοντισμό, είχε ακούσει και είχε διαβάσει αρκετά πράγματα για τις δραστηριότητες και την προσφορά του συγκεκριμένου οργανισμού, αλλά δεν είχε δει ποτέ ούτε μια φωτογραφία του ανθρώπου που τον διοικούσε τόσα χρόνια. Ο άντρας που στεκόταν απέναντι της δεν ήταν πάνω από 35 ετών, ασυνήθιστα νέος για τη θέση που κατείχε. Τα μαλλιά του ήταν κατάμαυρα, κοντά και ελαφρώς κυματιστά. Το πρόσωπο του αρρενωπό, το βλέμμα του έντονο, τα μάτια του ένας συνδυασμός ζεστού μελί και πράσινου - πανέμορφα, μα κρύα και αυστηρά. Έβηξε διακριτικά για να καθαρίσει το λαιμό της, συγκρότησε την έκφραση της και απάντησε:
 «Συγνώμη, μήπως εννοείται τι μπορώ να κάνω εγώ για εσάς; Αυτός δεν είναι άλλωστε ο σκοπός αυτής της συνέντευξης;».
«Η αλήθεια είναι πως δεν έχω κάποια θέση να σου προσφέρω», της απάντησε, γυρίζοντας της την πλάτη του και βηματίζοντας αργά προς την καρέκλα του γραφείου του. Στο άκουσμα των λέξεων που μόλις ξεστόμισε, η καρδιά της σταμάτησε. Η απογοήτευση την πλημμύρησε και το κεφάλι της έγειρε προς τα κάτω. Η φωνή του τώρα ερχόταν από το βάθος του γραφείου που ήταν καθισμένος.
«Μη στεναχωριέσαι. Μπορώ να σου προσφέρω κάτι πιο πολύτιμο πιστεύω. Μπορώ, ας πούμε, να σου προσφέρω όσα πάντα ήθελες να μάθεις για τους βιολογικούς σου γονείς». Το κεφάλι της Στεφανίας σηκώθηκε με τόση φόρα που φοβήθηκε στιγμιαία πως θα ξεκολλήσει από τη βάση του λαιμού της.
«Πώς… είπατε; Τους γονείς μου;», κατάφερε να ψελλίσει, σχεδόν τρέμοντας.
Ο άντρας σηκώθηκε αργά απ' τη καρέκλα του γραφείου του, έβαλε τα χέρια του στις τσέπες του παντελονιού του και περπάτησε προς το τεράστιο παράθυρο που κάλυπτε τον τοίχο του γραφείου. «Ναι Στεφανία, για τους γονείς σου», είπε δίχως να την κοιτάξει, «και ειδικά για τον πατέρα σου».

Δεν υπάρχουν σχόλια: