Romance and Urban Fantasy Lit

  • Kelley Armstrong, J.R.Ward, Charlaine Harris, L.J. Smith, Kresley Cole, Gena Showalter

What is this place?

Έχω αλλάξει πολλές γνώμες για αυτό το χώρο και όχι άδικα. Η συγγραφή είναι δύσκολη και επίπονη δουλειά, απαιτεί πολύ γράψε-σβήσε…Η ιστορία που ξεκίνησα πριν κάποιους μήνες παίρνει λοιπόν καινούργια μορφή, επιδιώκει να γίνει καλύτερη –αλλά όχι τέλεια- οπότε τα σχόλια σας δεν θα είναι μόνο χρήσιμα, αλλά και απαραίτητα.

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

Κεφάλαιο 5ο ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ


Ο Άρβιν έσπρωξε με δύναμη τη γυάλινη πόρτα της εισόδου και μπήκε στα γραφεία της εταιρείας. Το λόμπυ ήταν άδειο, μα η μυρωδιά της άγνωστης γυναίκας πλανιόταν ακόμη στον αέρα και χτύπησε με δύναμη τα ρουθούνια του. Κοντοστάθηκε και με το βλέμμα του εξέτασε προσεκτικά κάθε γωνιά του χώρου, πιστεύοντας πως θα την δει, μα δεν την εντόπισε. Το άρωμα της είχε σφηνωθεί τόσο καλά μέσα στο κεφάλι του, που άρχισε να πιστεύει πως το είχε φανταστεί. Ο γρίφος της ύπαρξης της τον ενοχλούσε ακόμη. Το ότι ζούσε και κυκλοφορούσε σε αυτή την πόλη τόσο καιρό, δίχως να έχει πέσει στην αντίληψη του, σήμαινε ένα μόνο πράγμα: ότι δεν έκανε σωστά τη δουλειά του.
Αυτό και μόνο  ήταν αρκετό για να τον εξοργίσει. Υποτίθεται πως ήταν ο ανιχνευτής της ομάδας του, ο προστάτης τους, το λαγωνικό της αγέλης, όπως θα έλεγαν οι άνθρωποι. Οι οξυμμένες αισθήσεις του τον είχαν χρήσει πολύτιμο εργαλείο για την αγέλη του. Βέβαια, όλοι οι λύκοι είχαν ανεπτυγμένη αυτή την ικανότητα, όμως η δική του ξεπερνούσε το μέσο όρο. Λίγοι ήταν αυτοί που γνώριζαν το γιατί. Λίγοι ήταν αυτοί που γνώριζαν το μυστικό της καταγωγής του. Όλοι πίστευαν πως αυτή του η ικανότητα είχε να κάνει με την ηλικία του και την εκτεταμένη επαφή του με τα άλλα είδη κατά τη διάρκεια των Πολέμων. Ο ίδιος γνώριζε πως ήταν άλλες οι αιτίες, μα προτιμούσε να μην μιλάει γι’ αυτές. Του έφτανε απλά να τον θεωρούν αξεπέραστο σε αυτό που κάνει. Η παρουσία όμως αυτής της άγνωστης γυναίκας τον έκανε για πρώτη φορά να αμφισβητήσει τον εαυτό του. Πώς σκατά μου είχε διαφύγει μια τόσο σημαντική λεπτομέρεια; Αναρωτιόταν.
«Τι συμβαίνει Άρβιν;». Η ανήσυχη φωνή του Άλμπερτ  τον έκανε να επανέλθει για λίγο στη πραγματικότητα. Τον πλησίασε κάπως διστακτικά και τον κοίταξε προσπαθώντας να διαβάσει την έκφραση του. Ο Άλμπερτ αναγνώρισε αμέσως αυτό το ύφος της βαθειάς περισυλλογής που είδε ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του Άρβιν.
«Πού είναι το αφεντικό σου Άλμπερτ; Δεν έχω χρόνο για κουβέντες τώρα», του απάντησε, αποφεύγοντας το βλέμμα του.
«Απ' όσο γνωρίζω, εσύ είσαι το αφεντικό μου, φίλε», του απάντησε ο Άλμπερτ με ένα πονηρό χαμόγελο που τον έβγαλε για λίγο από την κατήφεια των σκέψεων του. Ένα χλιαρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.  
«Πρόσεχε μικρέ, αν σ' ακούσει ο Κάϊλ να λες τέτοια θα μας κρεμάσει και τους δύο και να δω ποιος θα σε σώσει τότε», του είπε και τον χτύπησε αστειευόμενος στο στομάχι με την γροθιά του. Ο Άλμπερτ προσποιήθηκε πως διπλώθηκε στα δύο από το χτύπημα και γέλασε δυνατά. Το γέλιο του πάντα του έφτιαχνε τη διάθεση, ακόμη και σε μια στιγμή σαν και αυτή. Αν και κατά πολύ μικρότερος του, ο Άλμπερτ ήταν το μοναδικό μέλος της ομάδας που διοικούσε, με το οποίο ο Άρβιν ένιωθε άνετα. Ο μοναδικός με τον οποίο δεν χρειαζόταν να κρύβει επιμελώς τις σκέψεις του. Για την ώρα όμως, οι σκέψεις του ήταν μπερδεμένες και αντικρουόμενες και ο Άρβιν ήξερε πως έπρεπε να τις κρύψει απ’ όλους, ακόμη και από τον Άλμπερτ. Το άρωμα της άγνωστης γυναίκας του σταθμού είχε αρχίσει να εισχωρεί στα κύτταρα του και να κάνει το σώμα του να ξυπνά, να αποκτά ανάγκες που πίστευε πως δεν είχε πια. Πρέπει να την ξαναδώ, σκέφτηκε άξαφνα, μου ανήκει! Το βλέμμα του σκοτείνιασε. Η σκέψη που μόλις είχε κάνει τον προβλημάτισε ακόμη πιο πολύ. Στο δικό του λεξιλόγιο η φράση «μου ανήκει» δεν είχε καμία θέση και καμία λογική.   
«Σοβαρά τώρα, τι έχεις;», ρώτησε ο Άλμπερτ, κοιτάζοντας τον γεμάτος απορία.
«Θα σου εξηγήσω αργότερα. Πες μου τώρα πού είναι ο Κάϊλ», τον ρώτησε ο Άρβιν, θέλοντας να αποφύγει και πάλι την κουβέντα.
«Στο γραφείο του… πιστεύω πως σε περιμένει», του απάντησε χαμογελώντας.
«Είναι κάποιος μαζί του;» ξαναρώτησε όσο πιο αδιάφορα μπορούσε.
Αυτή τη φορά το χαμόγελο του Άλμπερτ έγινε ακόμη πιο περιπαικτικό και πονηρό. «Αν αναφέρεσαι στη ξανθιά που ήταν μαζί του, πρέπει να σε ενημερώσω πως έφυγε λίγο πριν φανείς».
Έφυγε! Την άφησαν να φύγει; Γιατί; Τα νεύρα του τεντώθηκαν επικίνδυνα για ακόμη μια φορά σήμερα και δεν μπορούσε πια να συγκρατήσει το θυμό που φούντωνε στο μυαλό του. «Άρβιν....;» Ο Άλμπερτ δεν πρόλαβε καν να τελειώσει την ερώτηση του.  Ο Άρβιν τον έσπρωξε και όρμισε ξεφυσώντας προς το βάθος του διαδρόμου.
Η πόρτα του γραφείου άνοιξε με τόση δύναμη, που το χερούλι της σφηνώθηκε στον τοίχο του δωματίου.
«Την άφησες να φύγει;», ούρλιαξε ο Άρβιν και τα μάτια του απέκτησαν και πάλι ένα απόκοσμο κόκκινο χρώμα.
«Το να μην χτυπάς πριν μπεις είναι αγένεια Άρβιν», του απάντησε ατάραχος ο Κάϊλ, καθισμένος πίσω από το βαρύ, μαύρο του γραφείο.
«Άσε τις μαλακίες Κάϊλ, πες μου που πήγε; ΜΙΛΑ!», γρύλισε ο Άρβιν και τον πλησίασε.
     Το χέρι του Κάϊλ χτύπησε με τόση δύναμη πάνω στο μαύρο γραφείο, που μία από τις οθόνες κόντεψε να αναποδογυρίσει. «Άρβιν είσαι ο πιο δυνατός της ομάδας μου και σ' αγαπώ σαν γιό μου. Μα ξεχνάς πως δεν απαντώ σε προσταγές κατωτέρων μου», του απάντησε, καρφώνοντας τον με το βλέμμα του.
   Η αυστηρότητα στη φωνή του έκανε τον Άρβιν να σωπάσει, μα σε καμία περίπτωση δεν τον πτόησε. «Πες μου πού είναι Κάϊλ;» τον ξαναρώτησε, συγκρατώντας με μεγάλη δυσκολία τα νεύρα του. Το αγριεμένο βλέμμα του είχε κολλήσει τώρα πάνω στο πρόσωπο του αρχηγού του, περιμένοντας ανυπόμονα την απάντηση. 
«Την έστειλα σπίτι της να ξεκουραστεί, είχε τα χάλια της. Δεν είχε τη διαύγεια πνεύματος που απαιτούνταν για να καταλάβει όσα είχα να της πω», του απάντησε ο Κάϊλ και το βλέμμα του περιπλανήθηκε νωχελικά ανάμεσα στις 3 οθόνες που στεκόταν μπροστά του.
   Ο Άρβιν κούνησε το κεφάλι του απελπισμένα. «Δεν σε καταλαβαίνω Κάϊλ. Σου είπα πως αυτή η γυναίκα είναι κάτι διαφορετικό απ' ότι γνωρίζαμε ως τώρα. Γιατί την άφησες να φύγει;», ρώτησε, χωρίς καν να θέλει να ακούσει την απάντηση. Ένιωθε ήδη πως ο Κάϊλ δεν καταλάβαινε τη σοβαρότητα της κατάστασης και ότι και να του έλεγε δεν θα κατάφερνε να τον κάνει να αλλάξει άποψη. Θα έπρεπε για άλλη μια φορά να παρακούσει κάθε εντολή του και να την αναζητήσει πίσω από την πλάτη του. Αν και η  μυρωδιά της ήταν αποτυπωμένη μέσα του, θα έπρεπε να ψάχνει για μήνες κάθε γωνιά της πόλης, ώστε να μπορέσει να την εντοπίσει ξανά. Ήξερε καλά πως δεν υπήρχε καμιά περίπτωση πια να την βρει, όσο και να προσπαθούσε. Μια περίεργη αίσθηση απελπισίας άρχισε να τον κυκλώνει. Πρέπει να τη ξαναδώ σκέφτηκε δίχως να το συνειδητοποιήσει.
Ο Κάϊλ σηκώθηκε απ' την καρέκλα του και τον πλησίασε. «Καλύτερα να κάτσεις Άρβιν», του είπε και ακούμπησε στοργικά το χέρι του στον ώμο του.
«Δεν χρειάζεται να  κάτσω, δεν έχουμε κάτι άλλο να πούμε. Θα είχες τους λόγους σου για να την αφήσεις να φύγει και δεν πρόκειται να τους αμφισβητήσω», του απάντησε και έκανε να φύγει. Τα βήματα του τώρα δεν είχαν την ίδια ενέργεια και αποφασιστικότητα. Η κούραση της απογοήτευσης που αισθανόταν επιβράδυνε κάθε κίνηση του.
«Χρειάζομαι τη βοήθεια σου Άρβιν». Η φωνή του Κάϊλ τον σταμάτησε στην πόρτα, πριν προλάβει καν να την δρασκελίσει. Γύρισε και τον κοίταξε γεμάτος αποδοκιμασία. «Τη βοήθεια μου; Σοβαρά πιστεύεις πώς μπορώ να την εντοπίσω τώρα πια; Υπερεκτιμάς τις ικανότητες μου πιστεύω», του απάντησε. 
«Δε θα χρειαστεί να την εντοπίσεις. Πέρα από το γεγονός ότι έχω ήδη όλα τα στοιχεία της, αύριο θα είναι έτσι και αλλιώς εδώ», του απάντησε ο Κάϊλ, ακόμη πιο ψύχραιμα αυτή τη φορά.
«Τι εννοείς;», ψέλλισε σαστισμένος ο Άρβιν. Δεν μπορούσε με τίποτα να φανταστεί με ποιο τέχνασμα κατάφερε ο Κάϊλ να την πείσει να επιστρέψει στα γραφεία του Οργανισμού. Το να της αναθέσει κάποια δουλειά εντός του θα ήταν παρακινδυνευμένο, δεδομένου ότι κανείς τους δεν γνώριζε ακόμη την καταγωγή της, άλλα ούτε και η ίδια έδειχνε να γνωρίζει την ύπαρξη άλλων κόσμων και πλασμάτων, πέρα από αυτόν των ανθρώπων, στον οποίον και ζούσε. «Κάϊλ, δεν βάζουμε αγνώστους στο κόσμο μας. Αυτός είναι ο κανόνας που επιβάλατε σε όλους μας εδώ και χρόνια, τόσο εσύ, όσο και οι γηραιότεροι. Πως θα δικαιολογήσεις τις πράξεις σου;», τον ρώτησε όλο περιέργεια.
Το ύφος του Κάϊλ έγινε γρήγορα απολογητικό. «Άρβιν, δεν είναι η πρώτη φορά που την βλέπω. Γνωρίζω την ύπαρξη της από την ημέρα που γεννήθηκε».
Το μυαλό του Άρβιν άρχισε τώρα να δουλεύει σαν τρελό. «Από τη μέρα που γεννήθηκε; Ξέρεις τους γονείς της;», τον ρώτησε με μια ανάσα. Πριν όμως προλάβει καν να του απαντήσει, ο Άρβιν είχε αρχίσει να βλέπει καθαρά μπροστά του την απάντηση στο γρίφο που τον βασάνιζε όλη μέρα. «Οι γονείς της είναι σαν και εμάς, έτσι;», ρώτησε ξανά, γνωρίζοντας ήδη πως είχε τη σωστή απάντηση.
Ο Κάϊλ τον κοίταξε στα μάτια και το ύφος του έγινε ακόμη πιο σοβαρό απ' ότι πριν. «Ο ένας από τους δύο. Ο πατέρας της», είπε και έγειρε το κεφάλι του προς τα κάτω, σαν να ήθελε να αποφύγει την έκφραση αποδοκιμασίας που διέκρινε τώρα πια στο πρόσωπο του συνομιλητή του.
Η εικόνα της άγνωστης γυναίκας του σταθμού σχηματίστηκε ξανά μέσα στο μυαλό του Άρβιν. Τα λεπτά, σχεδόν εύθραυστά χαρακτηριστικά της απέκτησαν ξαφνικά ταυτότητα. Απέκτησαν έναν αέρα οικειότητας, που δεν είχε εντοπίσει με την πρώτη ματιά. «Είναι κόρη του», δήλωσε, παρά ρώτησε αυτή τη φορά ο Άρβιν και η φωνή του ακούστηκε σαν ψίθυρος. Ο Κάϊλ κούνησε καταφατικά το κεφάλι, τον πλησίασε ξανά και αυτή τη φορά έβαλε και τα δύο του χέρια στους ώμους του, κοιτάζοντας τον στα μάτια. «Καταλαβαίνεις τώρα γιατί χρειάζομαι τη βοήθεια σου Άρβιν; Κανείς δεν τον ήξερε, όσο καλά τον ήξερες εσύ. Μόνον εσύ μπορείς να την βοηθήσεις να καταλάβει τι ακριβώς είναι».

4 σχόλια:

Με λένε Νατάσσα είπε...

Είναι καταπληκτικό! Το διάβασα μονορούφι! Δεν φαντάζεσαι πόσο μου αρέσουν αυτού του είδους οι ιστορίες! Πρέπει να προσπαθήσω να γράψω κι εγώ κατι τέτοιο κάποια στιγμη! μα μέχρι στιγμής μου βγαίνει τι αισθηματικο - ρομαντικο- κοινωνικό! Ας έχει!
Πολύ καλό! Περιμενω με ΠΟΛΥ αγωνία την συνέχεια!

Φιλιά!

anidifranco είπε...

Να ‘σαι καλά βρε Νατάσσα, σ’ ευχαριστώ. Και αυτό ρομάντζο είναι βέβαια, γι’ αυτό και οι άντρες εδώ μέσα είναι τόσο σιωπηλοί :-Ρ Ευτυχώς που έχω και σένα :-) Πάω να διαβάσω και εγώ τη συνέχεια της δικιάς σου ιστορίας. Πολλά φιλιά!

Με λένε Νατάσσα είπε...

Γιατί μου απογοητεύεσαι; Εσύ συνέχισε να κάνεις τη δουλειά σου όσο πιο καλά μπορείς και κάποια στιγμή να ξέρεις πως οι κόποι σου θα ανταμειφθούν! Σίγουρα σε όλους δεν αρέσουν τα ίδια πράγματα μα το καλό ο καθένας μπορεί να το αναγνωρίσει! Και εσύ γράφεις καλά!
Εμένα μου αρέσει και το θέμα και η γραφή σου! Γι'αυτό θα είμαι εδώ να σε υποστηρίζω!

Καλή σου Νύχτα!

anidifranco είπε...

Σ’ ευχαριστώ για το σχόλιο σου Νατάσσα μου και για τα καλά σου λόγια. Φυσικά και δεν αρέσουν σε όλους τα ίδια, έχεις δίκιο. Πάντως εγώ χαλαρώνω πολύ γράφοντας και γι’ αυτό και το κάνω. Θα το έκανα και ας μην άρεσε σε κανέναν αυτό που γράφω. Να ‘σαι καλά κούκλα μου. Φιλιά πολλά :- )