Romance and Urban Fantasy Lit

  • Kelley Armstrong, J.R.Ward, Charlaine Harris, L.J. Smith, Kresley Cole, Gena Showalter

What is this place?

Έχω αλλάξει πολλές γνώμες για αυτό το χώρο και όχι άδικα. Η συγγραφή είναι δύσκολη και επίπονη δουλειά, απαιτεί πολύ γράψε-σβήσε…Η ιστορία που ξεκίνησα πριν κάποιους μήνες παίρνει λοιπόν καινούργια μορφή, επιδιώκει να γίνει καλύτερη –αλλά όχι τέλεια- οπότε τα σχόλια σας δεν θα είναι μόνο χρήσιμα, αλλά και απαραίτητα.

Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

Κεφάλαιο 1ο Το μετρό..


Ήταν η πέμπτη συνέντευξη για αυτή την εβδομάδα. Το γεγονός ότι η αναζήτηση εργασίας κυλούσε πιο ομαλά απ' ότι περίμενε θα έπρεπέ να την χαροποιεί, μα σήμερα η Στεφανία είχε ένα παράξενο συναίσθημα να την συνοδεύει όλη μέρα. Τα νεύρα της ήταν τεντωμένα και υπήρχαν στιγμές που ένιωθε πως χωρίς λόγο, χωρίς καν κάποιο εξωτερικό ερέθισμα, οι χτύποι της καρδιάς της επιταχύνονταν αισθητά. Κάθε στιγμή που οι χτύποι έπιαναν ρυθμό πολυβόλου, το μυαλό της γέμιζε πανικό, κάνοντας τα χέριά της να ιδρώνουν ασταμάτητα.
Προσπαθούσε όσο πιο διακριτικά μπορούσε να σκουπίζει τις ιδρωμένες της παλάμες στη θέση του μετρό, χωρίς να γίνει αντιληπτή από τον κόσμο γύρω της. Εύκολο πράγμα, αλήθεια, μια και κανείς δεν την κοιτούσε. Αυτή της η ικανότητα να κάνει τον εαυτό της αόρατο, δεν ήταν τυχαία. Αντιθέτως, ήταν το αποτέλεσμα καλά μελετημένων κινήσεων. Από μικρό παιδί ήταν έτσι. Διάλεγε τα πιο ουδέτερα και αδιάφορα χρώματα για τα ρούχα της, άφηνε τα μακριά της μαλλιά ελεύθερα και έκρυβε πάντα το πρόσωπο της πίσω από την κουκούλα του μπουφάν της. Όταν έμπαινε σε εσωτερικούς χώρους έψαχνε πάντα το πιο σκοτεινό σημείο του δωματίου για να σταθεί. Αν το δωμάτιο όμως ήταν πολύ φωτεινό για να κρυφτεί, τότε έβρισκε τον πιο μεγαλόσωμο άνθρωπό στο χώρο για να σταθεί από πίσω του. Για κάποιο άγνωστο -ακόμη και στην ίδια- λόγο, ένιωθε πάντα την ανάγκη να κρυφτεί, να προστατευτεί, να χαθεί στο πλήθος.
Ο ιδρώτας άρχισε τώρα να στάζει αργά από το μέτωπο της. Οι σταγόνες του κυλούσαν αργά στα μάγουλα της και συγκεντρώνονταν στην άκρη από το πιγούνι της, πριν στάξουν πάνω στα ρούχα της. Αγωνία θα είναι, σκέφτηκε. Σαν αυτή που έχουν όλοι όσοι πάνε για μια ακόμη συνέντευξη, η οποία πιθανώς δεν θα οδηγήσει πουθενά. Όταν έλαβε το γράμμα που την καλούσε να εμφανιστεί στα γραφεία της Εταιρείας είχε ξαφνιαστεί λίγο. Δεν θυμόταν να έχει στείλει ποτέ εκεί το βιογραφικό της, μα ήταν σίγουρη πως αυτή η συνάντηση θα είχε θετική έκβαση. Δεν ήξερε για πιο λόγο ακριβώς ένιωθε έτσι, όμως είχε ένα περίεργο, σχεδόν απόκοσμο προαίσθημα όλη μέρα, πως σήμερα είναι η μέρα που θα αλλάξει τη ζωή της.
Δεν ήταν τα χρήματα που θα κέρδιζε αν εξασφάλιζε αυτή τη θέση που την έκαναν να αισθάνεται έτσι. Είχε μάθει να ζει με λίγα από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Τα μόνα της υπάρχοντα ήταν τα χίλιο- χρησιμοποιημένα έπιπλα του δωματίου που νοίκιαζε, μερικά φθαρμένα από το χρόνο ρούχα -τα οποία φρόντιζε να χωράνε στη μικρή βαλίτσα που είχε από παιδί- και ένα περίεργο μενταγιόν, το οποίο κουβαλούσε πάντα μαζί της όπου πήγαινε. Ποτέ δεν κατάλαβε τη σημασία του, αν και όταν ήταν πιο μικρή, περνούσε ώρες ολόκληρες στριφογυρίζοντας το ανάμεσα στα δάχτυλά της.  Η γκριζωπή, σκαλιστή επιφάνεια του έλαμπε και αντανακλούσε το φως, λες και ήταν φτιαγμένο από γυαλί. Το βάρος του όμως, δεν ξεπερνούσε αυτό της ελαφρόπετρας που βρίσκει κανείς στις αμμουδιές. Ήταν πεπεισμένη πως το μενταγιόν της δεν είχε καμιά υλική αξία, μα δεν ήθελε να το αποχωριστεί. Ίσως επειδή, κάθε που το κοιτούσε, πίστευε πως ανακάλυπτε και μία καινούργια φιγούρα να κοσμεί την πλατιά, γυαλιστερή επιφάνεια του. Πότε έβλεπε πάνω του τη λάμψη του φεγγαριού. Πότε έβλεπε απέραντα δάση γεμάτα μυστικά περάσματα. Άλλοτε πάλι, θα έπαιρνε όρκο πως το μενταγιόν απεικόνιζε ένα κοπάδι λύκων να την κοιτά σχεδόν ευλαβικά.
Η φαντασία φυσικά δεν της έλειπε ως παιδί και συχνά η Στεφανία θυμόταν τα κόλπα που της έπαιζε το μυαλό της με ιδιαίτερη τρυφερότητα και νοσταλγία. Πέρα από τον Έντι -με τον οποίο μεγάλωσαν μαζί και έβλεπε πια ως αδερφό της- η  μεγάλη φαντασία της ήταν η μόνη της άμυνα για να αντέξει τις συνεχείς μετακινήσεις της από ανάδοχη σε ανάδοχη οικογένεια. Η κατάρα των ορφανών παιδιών μένει πάντα μαζί τους σαν στίγμα, σκέφτηκε και δίχως να το καταλάβει έσφιξε τα χέρια της σε γροθιές. Η γεύση της απόρριψης από τους ανθρώπους που την γέννησαν δηλητηρίαζε τις αισθήσεις της ακόμη και σήμερα.. είκοσι τρία  χρόνια μετά.  
Κούνησε νευρικά το κεφάλι της, σαν να ήθελε με αυτό το τρόπο να ξορκίσει τις σκέψεις από το μυαλό της. Όλοι οι ήχοι χάθηκαν από τα αυτιά της. Για μια φευγαλέα στιγμή σκέφτηκε σοβαρά να σηκωθεί από τη θέση της και να αρχίσει να φωνάζει πανικόβλητη, μα κάτι μέσα της την καθησύχαζε. Ο χρόνος κυλούσε τώρα αργά και το μόνο που την ένοιαζε ήταν η απόλυτη ησυχία. Νεκρική σιγή! Αυτό ήθελε. Να μην ακούει τίποτα παραπάνω από τον ανεπαίσθητο ήχο που έκαναν τα πνευμόνια της, καθώς ανάπνεε. Άπλωσε το χέρι της και ακούμπησε το μπράτσο του καθίσματος της για να σηκωθεί. Κάθε κίνηση, κάθε άγγιγμα έγδερνε σαν ξυράφι το δέρμα της. Το μετρό σταμάτησε δίχως να το καταλάβει και στο άνοιγμα της πόρτας οι ήχοι του σταθμού όρμισαν με φόρα μέσα της, πληγώνοντας τα αυτιά της και πλημμυρίζοντας κυριολεκτικά το αποπνικτικό βαγόνι στο οποίο στεκόταν.
Με δυσκολία βγήκε στη πλατφόρμα του σταθμού. Τα πόδια της έμοιαζε να μη την υπακούν. Παραπατώντας, έσφιξε με τα χέρια της το πέτο του παλτού της και με το βλέμμα της εντόπισε μια σειρά από πλαστικές καρέκλες στο βάθος του σταθμού. Άρχισε να περπατά προς το μέρος τους τρομοκρατημένη. Αυτές οι απαίσιες καρέκλες άρχισαν να μοιάζουν σαν όαση εν μέσω της ερήμου στα μάτια της. Ήξερε πως αν καταφέρει να τις φτάσει, ίσως να μη σωριαστεί στο πάτωμα και να γλυτώσει έτσι τον εαυτό της από τη ντροπή. Πάνω από όλα ήθελε να γλυτώσει από το τρόμο που τη γέμιζε ξαφνικά η προοπτική να τραβήξει όλη τη προσοχή αυτής της λαοθάλασσας πάνω της.
Μόλις κατάφερε να τις φτάσει, σωριάστηκε στη πρώτη καρέκλα που βρήκε μπροστά της και τράβηξε όσο περισσότερο αέρα μπορούσε μέσα στα πνευμόνια της με ανακούφιση. Όχι σήμερα θεέ μου, όχι σήμερα, όχι αυτή τη μέρα σκέφτηκε και ο θυμός άρχισε να καίει τα μαγουλά της. Ένας δυνατός πόνος όμως την χτύπησε στο στήθος, πριν προλάβει να αναθεματίσει τη τύχη της, και την έκανε να διπλωθεί στα δύο. Ο αέρας γύρω της άρχισε να πυκνώνει επικίνδυνα, άρχισε να αποκτά γεύση. Ένα μείγμα πικρό σαν φάρμακο άρχισε να γεμίζει το στόμα της. Εκείνη τη στιγμή η Στεφανία πείστηκε απόλυτα πως βρίσκεται στα πρόθυρα καρδιακής προσβολής.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ο Άρβιν στεκόταν βουβός στη γεμάτη από κόσμο πλατφόρμα του μετρό. Η μυρωδιά από καμένο λάδι, καπνό και πετρέλαιο χτύπησαν με δύναμη τις αισθήσεις του και τα ρουθούνια του έτσουξαν σαν κάποιος να έριξε μέσα τους αναμμένο σπίρτο. Όλο του το κορμί άρχισε να τρέμει ανεπαίσθητα από τη προσπάθεια που κατέβαλε κάθε στιγμή να σταθεί στην αναθεματισμένη πλατφόρμα, δίχως να εγκαταλείψει τη προσπάθεια και να φύγει τρέχοντας. Η δουλειά που του είχε ανατεθεί χρόνια πριν, όταν οι υφιστάμενοι του είχαν αρχίσει να αντιλαμβάνονται την υπεροχή και την ιδιαιτερότητα των αισθήσεων του, τον υποχρέωνε να βρίσκεται συχνά ανάμεσα σε κόσμο. Κάθε φορά όμως, που έπρεπε να επισκεφτεί το κέντρο της πόλης τα νεύρα του τον ωθούσαν στα άκρα.
Η βοή του πλήθους, τα κορναρίσματα, τα άσκοπα λόγια των περαστικών και η μουσική από χιλιάδες mp3 τρυπούσαν το κρανίο του και εισχωρούσαν σαν ηλεκτρικό ρεύμα στο κέντρο του νευρικού του συστήματος. Έκαναν τα άκρα του να τρέμουν δίχως να το θέλει, τα κόκαλά του να τραντάζονται και το δέρμα του να τεντώνεται, να αλλάζει χρώμα. Μια κουβέντα, ένα σπρώξιμό ή μια λάθος ματιά και το θηρίο μέσα του ήταν έτοιμο να ορμίσει, να σκίσει και να κατασπαράξει σάρκες.
Ο Άρβιν δεν ήταν παιδί της πόλης. Για την ακρίβεια μισούσε το αστικό τοπίο όσο τίποτα άλλο σ' αυτό τον κόσμο. Γι’ αυτόν αντιπροσώπευε την παρακμή του ανθρώπινου είδους. Τσιμέντο, ατσάλι και καλώδια: αυτό ήταν το όραμα των ανθρώπων ως ο πιο γρήγορός και αποτελεσματικός τρόπος για να κατακτήσουν το σύμπαν, για να δαμάσουν τη φύση. Ζούσαν, ανέπνεαν και αναπαράγονταν στριμωγμένοι ανάμεσα σε τόνους τσιμέντο και δηλητηριώδεις αέρια. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Ξέσκιζαν τις σάρκες της γης και ρουφούσαν κάθε της πόρο όχι για να επιβιώσουν, αλλά για να κερδίσουν, να αγοράσουν και άλλο τσιμέντο. Να επεκτείνουν την αυτοκρατορία της παρακμής τους και να στριμώξουν και άλλα όντα ανάμεσα τους. Παράσιτα. Ναι, αυτό πίστευε ο Άρβιν για τον κόσμο γύρω του, καθώς το βλέμμα του εξέταζε κάθε πρόσωπο σ' εκείνη την πλατφόρμα του μετρό. Παράσιτα, τα οποία δεν πειράζει καθόλου που και που να τα εξολοθρεύεις.
Το τρένο μπήκε με φόρα στο σταθμό, γεμίζοντάς τον με τον αποπνικτικό αέρα που παρέσυρε μαζί του από τα έγκατα της γης. Άλλη μια ανθρώπινη εφεύρεση που δεν είχε καμία λογική για τον Άρβιν. Από όσο γνώριζε, τα μόνα πλάσματα που προτιμούσαν το σκοτάδι και τα υπόγεια ταξίδια ήταν οι αρουραίοι και όλων των ειδών τα τρωκτικά και ζωύφια. Τρωκτικά και ζωύφια, ναι, αυτό μόνο μπορούσε να συγκριθεί με τον κόσμο γύρω του. Με το που άνοιξαν οι πόρτες του βαγονιού μπροστά του, ξεχύθηκαν μανιασμένοι οι άνθρωποι να μπούνε στο εσωτερικό του. Καθώς περνούσαν δίπλα του -δίχως κανείς τους να τολμά να τον ακουμπήσει- ένα συνοθύλεμα από γυναικεία αρώματα χτύπησε με δύναμη τη μύτη του και τον αποπροσανατόλισε. Κάρφωσε τα πόδια του στο έδαφος και το κορμί του ταλαντεύτηκε στιγμιαία. Εάν δεν ήξερε το σώμα του τόσο καλά, τη δύναμη των ποδιών του, θα είχε ήδη χάσει την ισορροπία του. Η πλατφόρμα άρχισε να αδειάζει από τον κόσμο που σιγά-σιγά γέμιζε τα βαγόνια του τρένου. Ο αέρας γύρω του άρχισε να καθαρίζει από τις χιλιάδες μυρωδιές του πλήθους. Όλες οι αισθήσεις του επανήλθαν, εξισορροπώντας μέσα του την ανάγκη να ορμίσει στο στοιβαγμένο πλήθος. Την ανάγκη του να καθαρίσει την ατμόσφαιρά από τη δυσοσμία τους, εξαφανίζοντας τους από αυτόν τον πλανήτη μια για πάντα.
Στάθηκε στη πλατφόρμα προσπαθώντας να ηρεμήσει και οι πόρτες του τρένου έκλεισαν. Όχι, δεν θα έμπαινε σ' αυτό το βαγόνι. Αυτή ίσως ήταν η καλύτερη απόφαση που πήρα σήμερα, σκέφτηκε, καθώς το αίμα άρχισε να κοχλάζει στις φλέβες του. Καθώς τα βαγόνια περνούσαν από μπροστά του, αναπτύσσοντας ταχύτητα, κοίταξε το είδωλο του στο αστραφτερό κέλυφος τους. Οι ήχοι από δεκάδες βήματα γέμισαν τα αυτιά του, καθώς νέοι επιβάτες άρχισαν να κατακλύζουν το χώρο, περιμένοντας το επόμενο τρένο. Κατέβασε το βλέμμα του και εισέπνευσε βαθιά, θέλοντας να χαρεί έστω και λίγο τον καθαρό αέρα που είχε απομείνει και την  αποφυγή της παρ' ολίγον τραγωδίας.  Το τρένο χάθηκε στο σκοτάδι του τούνελ, ανανεώνοντας τον αέρα του σταθμού. Μόλις ο καθαρός αέρας γέμισε τα ρουθούνια του, τα μάτια του άστραψαν στιγμιαία και όλοι του οι μυείς κοκάλωσαν. Η μυρωδιά που κατέγραφε ο εγκέφαλος του ήταν σχεδόν ξεκάθαρη: δεν ήταν μόνος του. Κάποιος ήταν εκεί, σ' αυτή την πλατφόρμα, και αυτός ο κάποιος μπορούσε να καταλάβει τι κρύβει κάτω από το δέρμα του. Το ένστικτό του τον κορόιδευε; Δεν μπορεί! συλλογίστηκε, και εισέπνευσε ξανά βαθιά. Η ίδια μυρωδιά γέμισε ξανά τα ρουθούνια του. Γύρισε αργά το κεφάλι του προς τα αριστερά. Μια άγνωστη γυναίκα μόλις είχε σωριαστεί στο βρώμικο πάτωμα της πλατφόρμας.

4 σχόλια:

anidifranco είπε...

Οκ, τώρα μπορώ να βλέπω και τα σχόλια (επιτέλους). Αναθεματισμένη τεχνολογία!!!!

με λένε Νατάσσα είπε...

Μου άρεσε πολύ! Σε κάνει να έχεις αγωνία για την συνέχεια! Θα περιμένω!
Γράφεις πολύ καλά! Το διάβασα και παρά το μέγεθος του δεν με κούρασε καθόλου! Συνέχισε!!!

Καλό βραδάκι!

anidifranco είπε...

Α! Επιτέλους και μια γυναίκα ανάμεσα μας! Σ’ ευχαριστώ Νατάσσα! Η γνώμη σου μου είναι απαραίτητη!!! Φιλιά καλή μου, καλημέρα : -)

Ωκεανός είπε...

Το net έχει γεμίσει απο επίδοξους συγγραφείς που μετά βίας μπορώ και διαβάζω τις πρώτες σειρές όσων γράφουν.Το δικό σου 1ο κεφάλαιο το διάβασα χωρίς αναπνοή και έχω μεγάλη περιέργεια να διαβάσω την συνέχεια.Τόχεις....συνέχισε..!!!