Romance and Urban Fantasy Lit

  • Kelley Armstrong, J.R.Ward, Charlaine Harris, L.J. Smith, Kresley Cole, Gena Showalter

What is this place?

Έχω αλλάξει πολλές γνώμες για αυτό το χώρο και όχι άδικα. Η συγγραφή είναι δύσκολη και επίπονη δουλειά, απαιτεί πολύ γράψε-σβήσε…Η ιστορία που ξεκίνησα πριν κάποιους μήνες παίρνει λοιπόν καινούργια μορφή, επιδιώκει να γίνει καλύτερη –αλλά όχι τέλεια- οπότε τα σχόλια σας δεν θα είναι μόνο χρήσιμα, αλλά και απαραίτητα.

Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Κεφάλαιο 2ο Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ


Καθώς το κεφάλι της Στεφανίας χτύπησε το πάτωμα της πλατφόρμας τα πάντα γύρω της μαύρισαν στιγμιαία. Νεκρική ησυχία γέμισε και πάλι τα αυτιά της. Η σιωπή την γέμισε γαλήνη. Αποφάσισε υποσυνείδητα να μην το παλέψει παραπάνω. Αποφάσισε να αφήσει απλά να την καταβροχθίσει το σκοτάδι, να σταματήσει τον πόνο στο στήθος της και να την βοηθήσει να κοιμηθεί, να ξαποστάσει. Ένιωθε ήδη εξουθενωμένη από την προσπάθεια της να κρατηθεί όρθια σε αυτή την άθλια πλαστική καρέκλα του σταθμού.
Τι παράξενη μέρα! Σήμερα το πρωί ξύπνησε πιστεύοντας πως αυτή θα είναι η μέρα που θα αλλάξει τη ζωή της. Δεν πέρασε στιγμή απ' το μυαλό της πως ο θάνατος είναι ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή που μπορεί να συμβεί στη ζωή ενός ανθρώπου. Ναι, σίγουρα κάτι τέτοιο θα άλλαζε τα πάντα, σωστά; Ήθελε να γελάσει υστερικά με την αφέλεια της, αλλά δεν μπορούσε. Κάτι βαρύ πίεζε τώρα το στέρνο της. Το βάρος έκανε τα πνευμόνια της να καίνε και το κάψιμο άρχισε να επεκτείνετε και σε όλο της το κορμί με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Τα μάτια της άνοιξαν με μιας. Τα φώτα του σταθμού την τύφλωσαν στιγμιαία και η βαθιά εισπνοή που πήρε έκανε το κορμί της να πεταχτεί σαν ελατήριο από το πάτωμα. Νεκρική σιγή. Τα αυτιά της ήταν και πάλι ερμητικά κλειστά στους ήχους. Ο κόσμος που είχε μαζευτεί γύρω της να τη βοηθήσει, υποχώρησε τρομαγμένος, όμως δεν σταμάτησε στιγμή να την επεξεργάζεται με το βλέμμα του. Δεκάδες μάτια πάνω της! Το επίκεντρό της προσοχής όλων. Ο χειρότερος εφιάλτής της έπαιρνε σάρκα και οστά.
Ίσως θα ήταν καλύτερα να είχα πεθάνει, σκέφτηκε πανικόβλητή, καθώς έψαχνε κάπου να κρυφτεί, ώστε να αποφύγει τα εξεταστικά βλέμματα των γύρω. Κάνοντας στροφή, ψάχνοντας για την έξοδό, το σώμα της έπεσε με φόρα πάνω σε κάποιο τοίχο.  Τα χέρια της υψώθηκαν μπροστά στο στήθος της σχεδόν αυτόματα, σε μια προσπάθεια να ανακόψει τη σύγκρουσή της με το τσιμέντο. Τότε μόνο κατάλαβε πως το εμπόδιο που πάσχιζε να αποφύγει δεν ήταν τοίχος. Ο άντρας που στεκόταν μπροστά της ήταν ψηλός και γεροδεμένος. Ένα φυσικό εμπόδιο που της έφραζε τη μόνη διέξοδο διαφυγής που είχε καταφέρει να εντοπίσει στο χώρο. Ένιωσε την ανάγκη να τον διατάξει να μετακινηθεί και την ίδια ακριβώς στιγμή αναρωτήθηκε από πότε το να δίνει διαταγές σε αγνώστους της έβγαινε με τόση φυσικότητα. Ο άντρας άνοιξε το στόμα του να μιλήσει. Δίχως προειδοποίηση η ακοή της επανήλθε και η μεστή, βραχνή φωνή του γέμισε τα αυτιά της.
«Τι ακριβώς είσαι;» τη  ρώτησε και η Στεφανία έμεινε να τον κοιτά αποσβολωμένη.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ο Άρβιν εξέτασε με το βλέμμα του τη γυναίκα που στεκόταν απέναντι του και τον κοιτούσε αποσβολωμένη. Τα μάτια του περιπλανήθηκαν πάνω της, ξεκινώντας χαμηλά από τα απλά παπούτσια της και φτάνοντας μέχρι το πρόσωπο της. Η παρουσία της δεν του έδινε κανέναν στοιχείο. Με τα ανακατωμένα, καστανόξανθα μαλλιά της έμοιαζε με χιλιάδες άλλες γυναίκες που καθημερινά συναντά κανείς στους δρόμους της πόλης. Τα ρούχα της ήταν μονόχρωμα και συντηρητικά. Έδιναν την εικόνα ανθρώπου που δουλεύει σε γραφείο κάποιας μεγάλης εταιρείας. Όσο για το σώμα της, ήταν καλά κρυμμένο κάτω από το χοντρό, σκούρο παλτό που φορούσε. Το πρόσωπό της όμως του θύμιζε τις γυναίκες που πολλά χρόνια πριν κοσμούσαν τους πίνακες ζωγραφικής στα σπίτια των αρχόντων και των αριστοκρατών. Η επιδερμίδα της ήταν λεία, καθαρή και λευκή, σαν το χιόνι. Τα μάτια της είχαν το γαλαζοπράσινο χρώμα που συναντά κανείς κοιτώντας το βυθό μιας λίμνης, όταν τον χτυπά το φως του ήλιου. Και αυτή η αθώα, σαστισμένη έκφρασή της…. είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει αφάνταστα!
Η Στεφανία ίσα που είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται την αλλαγή στο βλέμμα του αγνώστου άντρα που είχε απέναντι της, όταν ένας μεσήλικας άντρας τους πλησίασε. «Είστε καλά δεσποινίς μου;», την ρώτησε εμφανώς ανήσυχος. Το κεφάλι της Στεφανίας γύρισε αργά προς το μέρος του, μα πριν προλάβει να απαντήσει, ο άγνωστος άντρας ακούμπησε το χέρι του καθησυχαστικά στο μπράτσο του μεσήλικα, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και είπε με σταθερή φωνή: «Η δεσποινίς είναι μαζί μου, θα την μεταφέρω εγώ στα επείγοντα, το κεντρικό νοσοκομείο της πόλης είναι μόλις μερικά τετράγωνα μακριά, μην ανησυχείτε καθόλου κύριε μου». Ο μεσήλικας άντρας τον κοίταξε σιωπηλός για μερικά δευτερόλεπτα και έπειτα του χαμογέλασε ήρεμα και έκανε στροφή να φύγει, δίχως να πει δεύτερη κουβέντα.
Το σχεδόν υπνωτισμένο βλέμμα του έκρυβε από πίσω μια αλλόκοτη, αναίτια ευφορία, που έκανε την Στεφανία να ξεροκαταπιεί. Παρά την έντονη ζάλη της, το απορημένο βλέμμα της τον ακολούθησε εξεταστικά, καθώς απομακρύνονταν στο βάθος του σταθμού. Ένας ανεξήγητος φόβος τύλιξε τη ψυχή της όταν παρατήρησε πως ο άντρας που απομακρυνόταν μετέδιδε το ίδιο υπνωτισμένο βλέμμα σε όποιον από τους παραβρισκόμενους ακουμπούσε –δήθεν τυχαία- με το σώμα του. Σε λίγα μόλις λεπτά η προσοχή του συγκεντρωμένου κόσμου είχε ξαναγυρίσει στο φωτεινό πίνακα των ανακοινώσεων και στις μεταξύ τους συζητήσεις. Ο έντονος πόνος που είχε νιώσει η Στεφανία στο κέντρο του στήθους της ξαναγύρισε με οξύτητα και της έκλεψε τη μιλιά. Γύρισε το βλέμμα της για ακόμη μία φορά προς το μέρος του άντρα που στεκόταν μπροστά της.
«Τι είσαι;», ακούστηκε να την ξαναρωτά, εμφανώς πιο θυμωμένα και απειλητικά αυτή τη φορά. Σιωπή. Τώρα πια στεκόταν πρόσωπο με πρόσωπο. Τα μάτια του κολλημένα στα δικά της, περιμένοντας μια απάντηση, μια αντίδραση έστω, που θα πρόδιδε την καταγωγή της. Όταν τίποτα από αυτά δεν συνέβη, την άρπαξε με δύναμη από το μπράτσο και άρχισε να την σέρνει προς την έξοδο του σταθμού.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η Στεφανία προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη, καθώς τα πόδια της μπερδευόταν μεταξύ τους στην προσπάθεια της να συντονιστεί με το γρήγορο βήμα του άντρα που την τραβούσε απ' το μπράτσο. Ο κόσμος που διέσχιζε τους στενούς διαδρόμους του σταθμού παραμέριζε βιαστικά στο πέρασμα τους, ρίχνοντάς τους κλεφτές ματιές, γεμάτες απορία. Στα μάτια τους σίγουρα φάνταζαν ως ένα ακόμη ζευγάρι που προσπαθεί να λύσει τις όποιες διαφορές του δημοσίως. Η πόλη ήταν γεμάτη από εκνευρισμένους, φωνακλάδες κατοίκους, που δεν δίσταζαν να έρθουν στα χέρια για μικροδιαφορές. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν ήταν και πολλοί οι θαρραλέοι που θα έμπαιναν ανάμεσα τους να τους χωρίσουν, ειδικά όταν δεν γνώριζαν τι είδους όπλο μπορεί να κουβαλάει ο καθένας κάτω από τα ρούχα του.
Η Στεφανία ίσα που προλάβαινε να κοιτάξει τα απορημένα πρόσωπα που την προσπερνούσαν. Το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς. Τι είχε αλήθεια μόλις συμβεί; Ποιος ήταν αυτός ο άντρας που την τραβούσε έτσι αποφασιστικά από το μπράτσο;  Πώς κατάφερε να σηκωθεί από το κρύο, βρώμικο πάτωμα; Τι ήταν αυτό όμως που την ανάγκασε αρχικά να σωριαστεί στο έδαφος; Η τελευταία ειδικά ερώτηση τη βασάνιζε ιδιαίτερα, μια και ποτέ στη ζωή της δεν είχε αρρωστήσει σοβαρά. Ποτέ δεν είχε πάει σε γιατρό ή έστω στο νοσοκομείο. Αυτό που της συνέβη ήταν πρωτόγνωρο και δεν είχε καμιά αμφιβολία μέσα της πως σήμερα έφτασε πολύ κοντά στο θάνατο. Αυτό που δεν ήξερε και δεν μπορούσε να κατανοήσει ήταν το γιατί αυτό συνέβη και πως κατάφερε να το ξεπεράσει τόσο εύκολα. Καθώς το μυαλό της έτρεχε με χίλια, κάνοντας ότι μπορεί για να δώσει μια -έστω κατά προσέγγιση- λογική απάντηση σε όσα της συνέβησαν, κάτι μέσα της άρχισε να συσσωρεύετε και να μεγαλώνει, να κάνει το αίμα της να βράζει. Στύλωσε με μια τα πόδια της στο έδαφος και το σώμα της ακινητοποιήθηκε.
            Τα δάχτυλα του Άρβιν βυθίστηκαν στη μαλακή σάρκα του μπράτσου της, καθώς το ακίνητο πια σώμα της του ανέκοψε τη φόρα και τον έκανε να χάσει το βηματισμό του. Ήταν τόσο αφοσιωμένος στην πορεία που είχε ήδη χαράξει στο μυαλό του, που δεν αντιλήφθηκε πως η γυναίκα που τραβούσε τόση ώρα από το μπράτσο είχε σταματήσει να τον ακολουθεί. Για τον ίδιο το μόνο που είχε σημασία ήταν να πάρει τις απαντήσεις που του χρειαζόταν. Η ιδέα και μόνο πως άλλοι σαν και τον ίδιο κυκλοφορούσαν ελεύθερα και δίχως καμιά εποπτεία στους δρόμους αυτής της πόλης τον αρρώσταινε. Ο κίνδυνος που ελλόχευε ήταν ασύλληπτος.
   Η μυρωδιά φρέσκου αίματος χτύπησε τη μύτη του και έκανε τα σωθικά του να γυρίσουν, όχι όμως από αηδία. Το συναίσθημα που τον κατέβαλε ήταν πιο δυνατό από τη λογική. Μια ξαφνική δίψα πλημμύρισε όλες τους τις αισθήσεις. Γύρισε το κεφάλι του και τα μάτια του εστίασαν αμέσως στην ανοιχτή πληγή που βρισκόταν στο μέτωπο της γυναίκας που κρατούσε ακόμη γερά από το μπράτσο. Δίχως να το καταλάβει σήκωσε το χέρι του για να ακουμπήσει την ανοιχτή πληγή στο μέτωπο της. Η φωνή της ανέκοψε την πορεία του χεριού του, πριν καν την ακουμπήσει.
«Ακούμπησε με και θα φύγεις από εδώ με ένα χέρι λιγότερο».
  Κάτω από άλλες συνθήκες ίσως να είχε βάλει τα γέλια. Καμία γυναίκα δεν τον είχε απειλήσει ξανά, γιατί καμιά λογική και έξυπνη γυναίκα δεν θα τα έβαζε με έναν άντρα που ήταν δύο φορές το μέγεθος της. Δύο ήταν λοιπόν τα ενδεχόμενα σε αυτή την κατάσταση: ή  αυτή η γυναίκα ήταν πολύ θαρραλέα ή απλά πολύ ηλίθια.
 «Άσε το μπράτσο μου και απομακρύνσου», τον διέταξε. Αυτή τη φορά δεν είχε καμία αμφιβολία στο μυαλό του: η γυναίκα δίπλα του εννοούσε κάθε λέξη που ξεστόμιζε και ήταν έτοιμη να κάνει ότι χρειαστεί για να εισακουστεί. Αυτό που δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει όμως ήταν γιατί ένιωσε ξαφνικά τόσο έντονα μέσα του την ανάγκη να την υπακούσει τυφλά. Τράβηξε το χέρι του από το μπράτσο της, σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα και στάθηκε προσοχή μπροστά της, σαν καλοκουρδισμένος στρατιώτης.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
    Όλες οι αισθήσεις της Στεφανίας ήταν τώρα πια σε εγρήγορση. Τα αυτιά της κατέγραφαν και επεξεργάζονταν χιλιάδες ήχους ταυτόχρονα. Οι μυείς του σώματος της είχαν πετρώσει σαν γροθιά. Ήταν έτοιμη να αποκρούσει οτιδήποτε θα ερχόταν προς το μέρος της, αν και -παραδόξως- έπαψε να αισθάνεται πλέον πως απειλείται. Αυτή η μέρα τελικά ήταν υπερβολικά παράξενη για να μπορέσει να τη χωρέσει και να την κατηγοριοποιήσει το μυαλό της.  Το βλέμμα της άρχισε να εξερευνάει για πρώτη φορά το πρόσωπο του άντρα που στεκόταν προσοχή μπροστά της.
   Δεν πρέπει να ήταν πάνω από 30 ετών. Το δέρμα του ήταν σκούρο, μα είχε μια απόκοσμη λάμψη. Οι έντονες γωνίες του προσώπου του τον έκαναν να δείχνει υπερβολικά αρρενωπό, μα και επικίνδυνο. Τα μάτια του είχαν ένα παράξενο γκριζοπράσινο χρώμα. Το βλέμμα του ήταν τόσο έντονο, που θα νόμιζες πως μπορεί να δει κάτω από το δέρμα σου. Για μία φευγαλέα στιγμή ο έντονος πόνος, που είχε νιώσει νωρίτερα, χτύπησε ξανά το στήθος της και εξαφανίστηκε το ίδιο γρήγορα όπως ήρθε. Μέχρι να συνέλθει πλήρως και να ξαναβρεί το χρώμα της, μια τρελή ιδέα πέρασε από το μυαλό της. Ο άγνωστος άντρας που στεκόταν απέναντι της πρέπει να ευθύνονταν για τα μικρά, μα έντονα καρδιακά επεισόδια που βίωνε. Βέβαια, δεν είχε καμιά απόδειξη πάνω στην οποία θα μπορούσε να στηρίξει αυτή της την θεωρία, πέρα από τη σύμπτωση της συνάντησης τους και την ταυτόχρονη εκδήλωση των συμπτωμάτων της. Την απέρριψε λοιπόν βιαστικά, ως εξωπραγματική, και έκανε ένα βήμα προς το μέρος του.
 «Ποιος είσαι;» κατάφερε να ψελλίσει, λιγότερο σίγουρη για τον εαυτό της αυτή τη φορά.

Ο άγνωστος άντρας την κοίταξε ξανά εξεταστικά. «Εγώ θα έπρεπε να κάνω τις ερωτήσεις και όχι εσύ», της απάντησε χαμηλόφωνα, κοιτώντας επιφυλακτικά τα πρόσωπα των ανθρώπων που τους προσπερνούσαν. «Σε ρωτάω για τελευταία φορά, τι είσαι;» είπε και η παράξενη εμμονή του στο ίδιο ερώτημα έκανε τη Στεφανία να χάσει εκ νέου την υπομονή της.
«Τι εννοείς; Τι χαζή ερώτηση είναι αυτή; Με τι σου μοιάζω;» του απάντησε, αυξάνοντας την ένταση της φωνής της αρκετά ντεσιμπέλ πάνω απ' το κανονικό.
«Μου μοιάζεις με ον που κάνει ότι μπορεί να κρύψει την πραγματική του ταυτότητα, μα δυστυχώς δεν μπορεί να ξεγελάσει τους πάντες», της απάντησε το ίδιο έντονα. 

Στο άκουσμα της απάντησης του, το στόμα της άνοιξε ασυναίσθητα από την έκπληξη. Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά στο κεφάλι αυτού του άντρα, σκέφτηκε. Ο τρόπος που την κοιτούσε και της μιλούσε της έδινε την εντύπωση πως γνώριζε κάτι για τη ζωή της, που η ίδια αγνοούσε. Αποφάσισε να τον πάρει με το μαλακό, μήπως αρχίσει έτσι να βγάζει κάποιο νόημα. «Δεν ξέρω καν το όνομα σου και ίσως θα έπρεπε να σ' ευχαριστήσω κιόλας, μια και υποπτεύομαι πως εσύ με βοήθησες να συνέλθω εκεί μέσα που ήμουν πεσμένη. Είσαι γιατρός;» τον ρώτησε χαμογελώντας όσο πιο αθώα μπορούσε.
    Τα χείλη του σχημάτισαν ένα διαβολικά ειρωνικό χαμόγελο, που τον έκανε να δείχνει ακόμη πιο επικίνδυνος. «Ναι, είμαι ειδικός στην ανθρώπινη ανατομία. Ξέρω όλα τα ανθρώπινα όργανα με αλφαβητική σειρά. Μπορώ να στα απαριθμήσω αν θέλεις, εκτός και αν προτιμάς απλά να σου πω ποια είναι τα αγαπημένα μου». Η Στεφανία ξεροκατάπιε. Δεν ήταν τόσο η εμφανής επιθετικότητα των λόγων του που έκανε το στομάχι της να σφιχτεί, όσο το βλέμμα του. Τα μάτια του είχαν αλλάξει χρώμα. Το γκρίζο είχε καταπιεί το πράσινο και έδειχναν διάφανα. 
    Η Στεφανία έκανε ένα βήμα προς τα πίσω, προσπαθώντας απεγνωσμένα να συνειδητοποιήσει όσα άκουγε και έβλεπε. Ηρέμησε, ηρέμησε, δεν είδες αυτό που νομίζεις, δεν μπορεί έλεγε και ξαναέλεγε στον εαυτό της. Ξαφνικά, το μυαλό της πήγε πίσω στο χρόνο, στα παραμύθια που διάβαζε μικρή για προϊστορικά τέρατα και βρικόλακες.  Δεν μπορεί! Και όμως, κάτι μέσα της, της έλεγε πως αυτός ο άντρας μπροστά της δεν αστειευόταν. Κάτι της έλεγε πως το αίμα που έσταζε τώρα από το κόψιμο στο μέτωπο της, του δημιουργούσε νευρικότητα.
    Συγκεντρώσου, μην τον φοβάσαι! μια φωνή απ' το πουθενά ήχησε μέσα της. «Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις με όλα αυτά και δεν έχω ούτε το χρόνο, μα ούτε τη διάθεση να αποκρυπτογραφήσω τα λόγια σου αυτή τη στιγμή. Αν προσπαθείς απλά να με τρομάξεις δεν τα καταφέρνεις», του απάντησε. Ψέματα, τα καταφέρνεις μια χαρά, σκέφτηκε, μα δεν άφησε το φόβο της να φανεί ούτε στη φωνή, ούτε στο πρόσωπό της.
«Τι βλέπεις μπροστά σου, θηλυκό;» την ρώτησε και έκανε ένα ακόμη βήμα προς το μέρος της. Τώρα βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής. Η κατάσταση είχε αρχίσει να την κάνει να νιώθει άβολα. Ένα μέρος του μυαλού της την πρόσταζε να αρχίσει να τρέχει πανικόβλητη. Το υπόλοιπο, την πρόσταζε να τον βάλει στη θέση του. Η ένταση μεταξύ τους άρχισε να παίρνει σχήμα, μπορούσες σχεδόν να την αγγίξεις, να την εισπνεύσεις.
«Βλέπω έναν παρανοϊκό και επικίνδυνο άντρα», απάντησε δίχως υπεκφυγές και αθώα χαμόγελα αυτή τη φορά.
«Βλέπεις καλά λοιπόν», της είπε και την τράβηξε μέσα στο έρημο σοκάκι, που μόλις είχε εντοπίσει με την άκρη του ματιού του.

1 σχόλιο:

Ωκεανός είπε...

Στο καλύτερο μας έκοψες!!!
Ελα βάλε διαφημήσεις να τελειώνουμε γιατί θα φάμε τα νύχια μας!